Κορωνοϊός & Επιχειρήσεις: Βασικά (νομοθετικά) μέτρα επιβίωσης

Κορωνοϊός & Επιχειρήσεις: Βασικά (νομοθετικά) μέτρα επιβίωσης

Η πανδημία συνεχίζει, δυστυχώς, να καλπάζει. Ο κορωνοϊός καλά κρατεί. Οι συνέπειές του αποδεικνύονται, για όλους μας, πρωτόγνωρες. Ελάχιστες οι επιχειρήσεις, των οποίων η δραστηριότητα δεν έχει πληγεί. Για τις υπόλοιπες έχουν ληφθεί, ήδη, πρωτοφανή νομοθετικά μέτρα. Για κάποιες έχει απαγορευθεί (ή ανασταλεί) η λειτουργία τους. Κάποιες άλλες (οι περισσότερες) έχουν ενταχθεί σε κλάδους πληττόμενους. Ο νομοθέτης επιδιώκει την επιβίωσή τους. Βεβαίως και τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας που κάθε μια από αυτές διαθέτει.

Επιχειρούμε εν προκειμένω μια, κατ’ ανάγκη συνοπτική, συγκριτική επισκόπηση των μέτρων που έχουν ληφθεί για κάθε μία κατηγορία.

Κάποια από τα επιμέρους θέματα μας έχουν απασχολήσει, αναλυτικότερα, σε προηγούμενη αρθρογραφία μας-υπό το κατά τη συγγραφή τους ισχύον νομοθετικό καθεστώς. Ενδεικτικά (τα περισσότερο πρόσφατα):

 

1. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπαγωγής

1.1. Επιχειρήσεις πληττομένων κλάδων

Στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήκουν όσες επιχειρήσεις υπάγονται σε συγκεκριμένους Κ.Α.Δ.-που ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργείου. Η συγκεκριμένη λίστα ολοένα και διευρύνεται με σκοπό να καλύψει το σύνολο των, πράγματι, πληττομένων.

1.2. Επιχειρήσεις τελούσες σε αναστολή-απαγόρευση λειτουργίας

Με Κοινή Υπουργική Απόφαση έχει απαγορευτεί προσωρινά (έως 11.04.20200-κατ’ αρχάς) η λειτουργία συγκεκριμένων κατηγοριών επιχειρήσεων. Η απαγόρευση αφορά το σύνολο της Επικράτειας. Σκοπός της είναι ο περιορισμός του κινδύνου της διασποράς του κορωνοϊού.

1.2. Συμπέρασμα

Η υπαγωγή στη μια ή την άλλη κατηγορία γίνεται με βάση τον Κ.Α.Δ. στον οποίο ανήκει. Βαρύνουσα σημασία για την υπαγωγή κατέχει η αναγκαιότητα (ή επικινδυνότητα) της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

 

2. Όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις

2.1. Επιχειρήσεις πληττόμενων κλάδων

Το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων, στις επιχειρήσεις αυτές, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Ο νομοθέτης θεσμοθέτησε συγκεκριμένα εργαλεία. Συγκεκριμένα: (α) τη δυνατότητα αναστολής συμβάσεων εργασίας, (β) τον ορισμό προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησης, (γ) τη μεταφορά προσωπικού τους σε επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου.

Ειδικότερα:

(α) Αναστολή συμβάσεων εργασίας

Ο εργοδότης επιχείρησης (πληττόμενου κλάδου) μπορεί, με μονομερή απόφασή του, να αναστείλει τις συμβάσεις εργασίας (άρθρο. 11.2.Α.α. ΠΝΠ/20.03.20). Η απόφαση του αυτή μπορεί να αφορά μέρος ή το σύνολο του κατά την 21.03.2020 προσωπικού του. Ανεξάρτητα αν συνδέονται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (οι οποίες δεν είχαν λυθεί έως την 21.03.20, είναι δυνατό να ανασταλούν. Στην περίπτωση αυτή, μετά το πέρας της αναστολής τους, οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνεχίζονται για χρόνο ίσο με εκείνον που μεσολαβούσε από την έναρξη της αναστολής μέχρι τη λήξη τους (υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.2. άρ. 1 παρ. 2).

Το χρονικό διάστημα της αναστολής εκτείνεται, υποχρεωτικά, σε 45 ημέρες. Προβλέπεται ως συνεχόμενο και ανέκκλητο. Ο εργοδότης, έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει και να επιβάλει το μέτρο της αναστολής έως τις 10.04.2020. Η απόφασή του αυτή δεν απαιτείται να ληφθεί άπαξ για το σύνολο ή μέρος του προσωπικού του. Ο εργοδότης δικαιούται να θέτει σταδιακά συμβάσεις εργασίας του προσωπικού του σε αναστολή (υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.2. άρ. 1 παρ. 1, 7, 8).

Το συγκεκριμένο μέτρο έχει τρεις, επιμέρους-σημαντικές, συνέπειες, όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις. Σε περίπτωση επιλογής του από τον εργοδότη, τότε:

(i) Ο εργοδότης απαγορεύεται, ρητά, να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Η απαγόρευση αφορά το σύνολο του προσωπικού τους. Και τούτο, ανεξάρτητα  αν το μέτρο της αναστολής επεβλήθη σε μέρος, μόνον, του προσωπικού του. Τυχόν παραβίασή της επάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας (άρ. 11.2.Α.β. ΠΝΠ/20.03.20 και υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.2. άρ. 1 παρ. 4).

(ii) Ο εργοδότης υποχρεούται να διατηρήσει τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της αναστολής-μετά τη λήξη της. Η υποχρέωση αυτή εξειδικεύτηκε με την υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ (άρ.1 παρ. 5. Κεφ. Α.2.). Ο εργοδότης, δηλαδή, υποχρεούται να διατηρήσει για 45 ημέρες μετά τη λήξη του μέτρου της αναστολής τους ίδιους εργαζόμενους. Το σημαντικότερο: με τους ίδιους όρους εργασίας υπό τους οποίους αυτοί τελούσαν κατά την 21.03.2020.

Στην έννοια, ωστόσο, του ιδίου αριθμού θέσεων εργασίας δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποχωρούντες οικειοθελώς από την εργασία τους. Επίσης, οι αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης και οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου, των οποίων η σύμβαση εργασίας λήγει μετά τη λήξη της αναστολής.

(iii) Οι εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση τελεί σε αναστολή, δυνάμει μονομερούς απόφασης εργοδότη, καθίστανται δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού (800€) (11.2.Α.α ΠΝΠ 20/3).

Ο εργοδότης, ωστόσο, δύναται να καταβάλλει στους εργαζόμενούς του-δικαιούχους της ανωτέρω αποζημίωσης, επιπλέον ποσό ως οικειοθελή παροχή. Το ποσό αυτό έχει ως ανώτατο όριο το ποσό των μικτών καταβαλλομένων αποδοχών τους (υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.2. άρ. 4 παρ. 3).

Δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημίωσης ειδικού σκοπού είναι, επίσης, όσοι παραιτήθηκαν ή απολύθηκαν, από 01.03.2020 έως 20.03.2020, στις υπαγόμενες στους πληττόμενους κλάδους επιχειρήσεις.

Όσον αφορά, ειδικότερα, την αναστολή συμβάσεων εργασίας και την τηλεργασία (μορφή απασχόλησης, που σε προηγούμενη αρθρογραφία αναλύσαμε) σημειώνονται τα ακόλουθα:

Ο εργοδότης των ανωτέρω επιχειρήσεων έχει τη δυνατότητα να συμφωνήσει την παροχή εργασίας με τηλεργασία με τους εργαζόμενούς του, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας τελούν σε αναστολή. Η τηλεργασία, ωστόσο, πρέπει να αφορά μόνο σε πρόσκαιρες ανάγκες της επιχείρησης. Επίσης,  να καταλαμβάνει το 10%, κατ’ ανώτατο όριο, εκείνων που τελούν σε αναστολή οι συμβάσεις τους.

Η αμοιβή των (τηλ)εργαζομένων πραγματοποιείται από τον εργοδότη, αναλογικά, με βάση τις καταβαλλόμενες μικτές αποδοχές τους. Το ποσό των καταβαλλόμενων αποδοχών για την εργασία αυτή, μπορεί να φθάνει έως το ύψος των νόμιμων αποδοχών  του εκάστοτε (τηλ)εργαζομένου, αφαιρουμένου του ποσού της δικαιούμενης αποζημίωσης ειδικού σκοπού (υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.2. άρ. 4 παρ. 3).

(β) Δικαίωμα ορισμού προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας

Ο εργοδότης των ανωτέρω επιχειρήσεων δύναται, με απόφασή του, να ορίζει προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας (άρ. 9 ΠΝΠ/20.03.20). Πρόκειται για μέτρο που προσομοιάζει στην (μονομερώς επιβαλλόμενη) εκ περιτροπής εργασία. Ο εργοδότης θα αποφασίζει ποιοι εργαζόμενοι θα τελούν σε καθεστώς εναλλαγής ημερών εργασίας (και μη) εργασίας.

Ωστόσο, η εφαρμογή του μέτρου προϋποθέτει ότι:

(i) Κάθε εργαζόμενος θα απασχολείται κατ’ ελάχιστο δύο (2) εβδομάδες κάθε μήνα (συνεχόμενα ή διακεκομμένα).

(ii) Θα υπάγεται σ’ αυτό (το μέτρο) το 50%, κατ’ ελάχιστον, του προσωπικού της επιχείρησης. Ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας θα γίνεται ανά εβδομάδα.

(iii) Θα διατηρηθεί ο ίδιος αριθμός εργαζομένων με αυτόν που απασχολούνταν κατά την έναρξη εφαρμογής του μέτρου.

Λεπτομέρειες αναμένονται με υπουργική απόφαση που θα εκδοθεί.

(γ) Μεταφορά προσωπικού σε επιχειρήσεις εντός του ιδίου ομίλου

Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αποφασίσει τη μεταφορά προσωπικού της επιχείρησής του σε επιχείρηση του ιδίου ομίλου. Προϋπόθεση αποτελεί η συμφωνία μεταξύ των δύο, εμπλεκόμενων, επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρήσουν, συνολικά, τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που απασχολούσαν πριν από τη μεταφορά (άρ. 10 ΠΝΠ/20.03.20).

 

2.2. Επιχειρήσεις τελούσες σε αναστολή-απαγόρευση λειτουργίας

Στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, ο εργοδότης έχει απωλέσει οποιαδήποτε δυνατότητα ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού του. Ακόμα περισσότερο: της δραστηριότητας της επιχείρησής του-συνολικά αφού αυτή έχει ανασταλεί με εντολή δημόσιας αρχής.

Η απαγόρευση λειτουργίας των συγκεκριμένων επιχειρήσεων σημαίνει και αναστολή των συμβάσεων εργασίας. Με άλλα λόγια: η αναστολή των εργασιακών σχέσεων δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Ο εργοδότης των συγκεκριμένων επιχειρήσεων δεν μπορεί να αξιοποιήσει, αυτονοήτως,  ούτε το μέτρο του προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας. Η μόνη δυνατότητα που του παρέχεται είναι αυτή της μεταφοράς προσωπικού σε επιχείρηση εντός του ίδιου ομίλου.

Η προβλεπόμενη από τον νόμο αναστολή των εργασιακών σχέσεων διαρκεί στην προκείμενη περίπτωση για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η εντολή της δημόσιας αρχής για απαγόρευση της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Υπό αναστολή τελούν όλες οι συμβάσεις εργασίας (αορίστου και ορισμένου χρόνου). Ειδικά για τις ορισμένου χρόνου, όταν λήγουν μετά την απαγόρευσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι συγκεκριμένες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά το πέρας του διαστήματος της αναστολής, συνεχίζονται για τον συμφωνηθέντα χρόνο που υπολείπεται (υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, Κεφ. Α.1. άρ. 1 παρ. 3).

 

Η υποχρέωση του εργοδότη να μην καταγγείλει συμβάσεις εργασίας

Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής, ο εργοδότης υποχρεούται, ρητά, να μην προβεί σε μειώσεις προσωπικού με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Τυχόν παραβίαση της συγκεκριμένης απαγόρευσης επάγεται ακυρότητα μιας τέτοιας καταγγελίας (άρθρο 11.1. ΠΝΠ 20.03.20).

 

Η αποζημίωση ειδικού σκοπού

Η αναστολή των ανωτέρω συμβάσεων εργασίας, έχει ως αποτέλεσμα και την αναστολή των βασικών υποχρεώσεων των εμπλεκομένων. Πιο συγκεκριμένα, την παροχή εργασίας από τους εργαζόμενους και την καταβολή μισθού από τον εργοδότη. Κατ’ αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις γίνονται δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού των 800€ (άρ. 11.2.Α.α ΠΝΠ 20/3). Δικαιούχοι της είναι και όσοι παραιτήθηκαν ή απολύθηκαν (από τις επιχειρήσεις αυτές) από 01.03.2020 έως 20.03.2020.

Δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού είναι και όσοι βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών. Οι συμφωνηθείσες άδειες άνευ αποδοχών, αίρονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της ΚΥΑ (ήτοι από 28.03.20-υπ’ αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ, άρθρο 1 §4 Κεφ. Α.1.). Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις των εργαζομένων, οι οποίοι μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε άδεια άνευ αποδοχών αναστέλλονται και οι τελευταίοι δικαιούνται να λάβουν την αποζημίωση ειδικού σκοπού.

 

2.3. Συμπέρασμα

Η τύχη των εργασιακών σχέσεων στις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα απαγορεύτηκε ή ανεστάλη με εντολή της δημόσιας αρχής είναι προδιαγεγραμμένη. Ο εργοδότης δεν έχει περιθώριο να λάβει αποφάσεις. Αντίθετα, στις επιχειρήσεις οι οποίες βάσει Κ.Α.Δ. υπάγονται στους πληττόμενους κλάδους, ο εργοδότης διαθέτει σημαντική πρωτοβουλία κινήσεων. Είναι αυτός που θα επιλέξει το μέτρο ή τα μέτρα στα οποία θα υπαχθεί η επιχείρησή του. Η ορθή, λοιπόν, επιλογή και η διορατική στρατηγική των κινήσεών του καθίσταται ζωτικής σημασίας.

 

3. Όσον αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές

3.1. Επιχειρήσεις πληττόμενων κλάδων

Για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις προβλέπεται (υπ’ αριθμ. 13226/325/2020 ΥΑ):

(α) Παράταση προθεσμίας καταβολής τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών περιόδου απασχόλησης Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2020 και για το διάστημα έως την αναστολή συμβάσεων εργασίας. Προϋποτίθεται δηλ. η χρήση του μέτρου της αναστολής συμβάσεων εργασίας. Οι εισφορές αυτές είναι δυνατό να καταβληθούν έως 30.9.2020 και έως 31.10.2020 αντίστοιχα.

Σε περίπτωση που οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις αποφασίσουν την καταβολή επιπλέον ποσού σε εργαζόμενους των οποίων τις συμβάσεις έχουν αναστείλει οφείλουν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές (βλ. ανωτέρω, υπό II.2.1.α.iii).

Ομοίως, καταβάλλονται αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και σε περίπτωση τηλεργασίας. Συγκεκριμένα όταν για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών  της επιχείρησης απασχολούνται (εργαζόμενοι των οποίων οι συμβάσεις τελούν σε αναστολή (βλ. ανωτέρω, υπό II.2.1α).

 (β) Τρίμηνη παράταση της προθεσμίας καταβολής δόσεων ενεργών ρυθμισμένων των επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν απαιτητές στις 31.3.2020, καθώς και όλων των επόμενων μηνιαίων δόσεων της κάθε ρύθμισης.

 

3.2. Επιχειρήσεις τελούσες σε αναστολή-απαγόρευση λειτουργίας

Για τις επιχειρήσεις που τελούν σε αναστολή η απαγόρευση λειτουργίας, κατόπιν απόφασης δημόσιας αρχής, προβλέπεται:

(α) Παράταση προθεσμίας καταβολής τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2020. Είναι δυνατό να καταβληθούν έως 30.9.2020 και έως 31.10.2020 αντίστοιχα.

(β) Τρίμηνη παράταση της προθεσμίας καταβολής δόσεων ενεργών ρυθμισμένων των επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν απαιτητές στις 31.3.2020, καθώς και όλων των επόμενων μηνιαίων δόσεων της κάθε ρύθμισης.

 

3.3. Συμπέρασμα

Οι ρυθμίσεις είναι, κατά βάση, κοινές και στις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων όσον αφορά τη δυνατότητα αναστολής της εξόφλησης τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών και δόσεων προς ασφαλιστικά ταμεία. Συνιστούν, το δίχως άλλο, σημαντική διευκόλυνση.

 

4. Όσον αφορά το Δώρο Πάσχα

Παρέχεται διευκόλυνση (και στις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων) για την καταβολή του αναλογούντος Δώρου Πάσχα (άρθρο 19 ΠΝΠ/30.03.20). Υποχρέωση εξόφλησης του: μέχρι την 30.6.20-το αργότερο. Σε περίπτωση αναστολής της σχέσης εργασίας, το τμήμα του που αναλογεί στον χρόνο της αναστολής βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.

 

5. Όσον αφορά την καταβολή μισθωμάτων

5.1. Επιχειρήσεις πληττόμενων κλάδων

Δεν προβλέπονται ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις όσον αφορά την καταβολή μισθωμάτων. Σε περίπτωση που μισθώνουν ακίνητα, εξακολουθούν να καταβάλλουν, κανονικά, το συμφωνημένο μίσθωμα.

5.2. Επιχειρήσεις τελούσες σε αναστολή-απαγόρευση λειτουργίας

Προβλέπεται σημαντική διευκόλυνση για τις ανωτέρω επιχειρήσεις όταν μισθώνουν εγκαταστάσεις. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις αυτές απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής του 40% του συνολικού μισθώματος για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2020 (αρ. 2 παρ. 1 ΠΝΠ/20.03.20). Η μερική μη καταβολή του μισθώματος δεν γεννά, αυτονοήτως, δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εις βάρος του μισθωτή ούτε οποιαδήποτε άλλη αστική αξίωση.

Η ανωτέρω απαλλαγή για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ισχύει και στις περιπτώσεις leasing. Στις περιπτώσεις δηλ. παραχώρησης, έναντι μισθώματος, της χρήσης πράγματος (κινητού ή/και ακινήτου) στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης (αρ. 2 παρ. 2 ΠΝΠ/20.03.20).

5.3. Συμπέρασμα

Η πρόβλεψη περί μερικής καταβολής μισθωμάτων επαγγελματικής μίσθωσης αποτελεί σημαντική ελάφρυνση για τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα απαγορεύθηκε προσωρινά ή ανεστάλη, κατόπιν εντολής δημόσιας αρχής.

 

6. Όσον αφορά τον Φ.Π.Α. και τις βεβαιωμένες οφειλές

6.1. Επιχειρήσεις πληττόμενων κλάδων

Για τις ανωτέρω επιχειρήσεις προβλέπεται παράταση έως 31.8.20 της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ/Ελεγκτικά Κέντρα οφειλών από ΦΠΑ. Προβλέπεται επίσης αναβολή είσπραξης των, ήδη, ληξιπρόθεσμων (υπ’ αριθ. 1053 και 1054/21.3.20 ΥΑ).

Η παράταση ή, κατά περίπτωση, η αναστολή παύει αυτοδικαίως όταν η επιχείρηση παραβιάσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις της. Όταν, δηλ., έχει προβεί σε αναστολή συμβάσεων εργασίας και, παρά την απαγόρευση, είτε προβεί σε καταγγελία συμβάσεων είτε δεν διατηρήσει τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας. Οι οφειλές, στην περίπτωση αυτή, βαρύνονται με τόκους και προσαυξήσεις-βάσει της αρχικής ημερομηνίας βεβαίωσης.

6.2. Επιχειρήσεις τελούσες σε αναστολή-απαγόρευση λειτουργίας

Ομοίως, και για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις προβλέπεται παράταση έως 31.8.20 της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ/Ελεγκτικά Κέντρα οφειλών από ΦΠΑ. Προβλέπεται επίσης, αντίστοιχα, αναβολή είσπραξη των ήδη ληξιπρόθεσμων.

6.3. Συμπέρασμα

Πρόκειται για μια ακόμη σημαντική ελάφρυνση και των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων.

 

7. Αναστολή προθεσμιών λήξης, εμφάνισης και πληρωμής αξιογράφων

7.1. Για αμφότερες τις ανωτέρω κατηγορίες επιχειρήσεις προβλέπεται ότι από τις 30 Μαρτίου 2020 και μέχρι την 31η Μαΐου 2020 αναστέλλονται οι προθεσμίες λήξης, εμφάνισης και πληρωμής οφειλόμενων από αυτές αξιογράφων κατά εβδομήντα πέντε (75) ημέρες από την αναγραφόμενη ημερομηνία επί εκάστου αξιογράφου (αρ. 2 παρ. 1.α. ΠΝΠ/30.03.20).

Αυτονοήτως, όμως, η πρόνοια αυτή δεν εμποδίζει τον υπόχρεο και τον δικαιούχο να συμφωνήσουν μεταξύ τους την απευθείας πληρωμή του αξιογράφου από τον υπόχρεο στον δικαιούχο στην αρχικά αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης.

7.2. Πρόκειται για μια ακόμη σημαντική πρόνοια. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν προβλέψεις για τις επιταγές με ημερομηνία εκδόσεων το δεύτερο και τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου.

 

8. Προσωρινό μέτρο κρατικής ενίσχυσης με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής

8.1. Στις επιχειρήσεις που επλήγησαν οικονομικά εξαιτίας της πανδημίας, είναι δυνατό να να χορηγείται ενίσχυση επιστρεπτέα, εν όλω ή εν μέρει, με τη μορφή της «επιστρεπτέας προκαταβολής» (αρ. 1. παρ. 1 ΠΝΠ/30.03.20).

8.2. Πρόκειται για μια ακόμη σημαντική πρόνοια οι λεπτομέρειες της οποίας πρόκειται να εξειδικευτούν με ΚΥΑ.

 

Το μέλλον των ανωτέρω επιχειρήσεων δεν προδιαγράφεται, άνευ ετέρου, ευοίωνο. Αναπόφευκτοι οι παραλληλισμοί με την προ 10ετίας οικονομική κρίση (του 2009) αλλά και με την προ 90ετίας αντίστοιχα (του 1930).

Σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων στοχεύει στην πρόσκαιρη(;) επούλωση των δεδομένων πληγών των επιχειρήσεων. Η παροχή τονωτικών ενέσεων που θα τις βοηθήσουν να επιβιώσουν και, γιατί όχι, «να αναγεννηθούν εκ της τέφρας τους» Απώτερος στόχος: η διάσωση πολύτιμων θέσεων εργασίας-βεβαίως και της εθνικής οικονομίας.

Ο σκοπός μπορεί, ανενδοίαστα, να χαρακτηριστεί ιερός. Το δίχως άλλο (και) εθνικός.

Η προσπάθεια δεν θα πρέπει, όμως, να παραμείνει σε επίπεδο νομοθετημάτων. Ούτε και σε επίπεδο προθέσεων.

Η συμβολή στον κοινό στόχο αποτελεί ευθύνη του καθενός από εμάς.

stavros-koumentakis

Σταύρος Κουμεντάκης
Managing Partner

 

Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά (ούτε και έχει σκοπό να αποτελέσει) νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδιο δικηγόρο ο οποίος θα λάβει υπόψη του το σύνολο των δεδομένων που θα του εκθέσετε για την υπόθεσή σας. Αναλυτικά.

0

Δείτε επίσης