Ιδιωτικοί Εκπαιδευτικοί & απολύσεις (:και η των ιματίων, σχετική, διάρρηξη…)

Ιδιωτικοί Εκπαιδευτικοί & απολύσεις (:και η των ιματίων, σχετική, διάρρηξη…)

Πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση πραγματεύεται τις προϋποθέσεις της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. (Κατά βάση: τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις αντικατάστασής τους). Κάποιοι εκ των συνδικαλιστών (και συγκεκριμένοι εκ των πολιτικών) τα ιμάτιά τους, ακόμα, διαρρηγνύουν. Προβάλλουν, ιδίως, την ανάγκη διαφύλαξης του επιπέδου της παρεχόμενης ιδιωτικής εκπαίδευσης. Επίσης: το δημιουργούμενο «άδικο». Η συνδικαλιστική οργάνωση των εκπαιδευτικών (:ΟΙΕΛΕ) βάλλει εναντίον της με πλήρη ισχύ. Εξαγγέλλονται, ήδη, κινητοποιήσεις για την κατάργησή της.

Οι υπέρμαχοι της συγκεκριμένης διάταξης, από την άλλη πλευρά, επικαλούνται «επαναφορά της λογικής». Άρση παλαιών παθογενειών και στρεβλώσεων.

Η σύγκρουση παραμένει έντονη.

Τι, στ’ αλήθεια, ισχύει;

 

Οι προκλήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης

Η (μετ’ αναβολή) έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς βρίσκεται προ των πυλών.

Η δια ζώσης διδασκαλία δεν θεωρείται, πλέον, δεδομένη-ας όψεται η πανδημία.

Περισσότερο έντονα από ποτέ μας απασχολούν θέματα διαχρονικά (υπό νέα οπτική γωνία, όμως, ιδωμένα). Ο εκσυγχρονισμός της Παιδείας, η εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, ο τεχνολογικός εξοπλισμός τους είναι κάποια από αυτά.

Ομονοούμε πως υπάρχουν και κάποια θέματα, ακόμα περισσότερο, σημαντικά: Η διασφάλιση, λ.χ., της ζωής και της υγείας μαθητών και εκπαιδευτικών. Η ανάσχεση, επίσης, της πανδημίας.

Τον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης απασχολεί ένα, ακόμα, σημαντικό θέμα: Η αλλαγή των (βασικών) δεδομένων της λειτουργίας της. Το συγκεκριμένο θέμα έχει, ως κάποιο βαθμό, επισκιάσει τα προαναφερθέντα-περισσότερο κρίσιμα. Τουλάχιστον αυτό επιδιώκουν οι πληττόμενοι.

 

Οι μεταβολές στην ιδιωτική εκπαίδευση

Ο πρόσφατος ν. 4713/20 επιδιώκει ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Τροποποίησε κάποιες από τις προβληματικές και παρωχημένες ρυθμίσεις που αφορούσαν τη λειτουργία της. Κάποιες άλλες τις αντικατέστησε.

Μεταξύ των καταργηθέντων προνομίων και η («εν τοις πράγμασι») μονιμότητα που απολάμβαναν οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί. Μια «μονιμότητα» που οφείλονταν στους εντυπωσιακούς, πράγματι, περιορισμούς (και προϋποθέσεις) της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους. Ακόμα και για τους (εξ αυτών) απολύτως ανεπαρκείς.

Εκείνοι που προνόμια εξ αυτού του λόγου (θεωρούν πως) απώλεσαν βάλλουν, ομοθυμαδόν, σε βάρος του. Αντίστοιχα και οι (πρόθυμοι) υποστηρικτές τους. Για τα απολεσθέντα προνόμια και τους κατόχους τους κάναμε ήδη λόγο σε προηγούμενη αρθρογραφία μας. Ομοίως, και για τα κίνητρά τους.

Υπάρχουν εκείνοι που, από πεποίθηση, εντάσσουν τους εαυτούς τους στους αείποτε φωνασκούντες.

Υπάρχουν κι εκείνοι που, νηφάλια, καταγράφουν τις ανησυχίες τους. Είναι, άραγε, εύλογες; Υφίσταται επαρκής προστασία από μια εκδικητική καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης;

Ας επιχειρήσουμε, και εν προκειμένω, μια συγκροτημένη και σε επιχειρήματα εδραζόμενη προσέγγιση. Στη βάση του μόνου ασφαλούς κριτηρίου: του υφισταμένου θεσμικού πλαισίου.

 

Η καταγγελία των συμβάσεων (ακριβέστερα: αντικατάσταση) των ιδιωτικών εκπαιδευτικών

Το άρθρο 10 ν. 4713/2020

Η σχετική διάταξη, που αντικαθιστά το προϊσχύσαν άρθρο 30 του ν. 682/1977, ορίζει πως:

«1. Οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται και απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται ως προς τα ζητήματα πρόσληψης, απασχόλησης και λύσης των εργασιακών τους σχέσεων στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και ιδίως, του άρθρου 36 του παρόντος νόμου».

2. Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές.»

 

Οι μεταβατικές ρυθμίσεις

Το άρθρο 36 ν. 682/1977 προβλέπει, λοιπόν ότι:

«1. Κάθε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, η οποία ολοκληρώνεται εντός του 2020, λήγει στις 31.8.2020 και καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, η οποία συμπληρώνεται εντός του 2021, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου.

3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται κάθε διαδικασία ελέγχου της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας ή μη καταγγελίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, που εκκρεμεί ενώπιον της ανεξάρτητης Επιτροπής του άρθρου 30 του ν. 682/1977».

 

Με δυο λόγια

(α) Οι συμβάσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών καταγγέλλονται, πλέον, όπως και των λοιπών εργαζομένων-«κοινών θνητών» στον ιδιωτικό τομέα.

(β) Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και σημαντική ευαισθησία επιδεικνύεται για τον δικαστικό έλεγχο της (ενδεχόμενης) καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους.

(γ) Η ενεργοποίηση των νέων, σχετικών, διατάξεων γίνεται σταδιακά.

 

Οι παθογένειες που εκλήθησαν να αντιμετωπίσουν οι νέες ρυθμίσεις

Το άρθρο 10 ν. 4713/2020 επιδιώκει να αντιμετωπίσει «κακώς κείμενα» του παρελθόντος:

(α) που απέρρεαν από την (αδικαιολόγητα) προνομιακή μεταχείριση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών έναντι των λοιπών εργαζομένων,

(β) που δημιουργούσαν εντυπωσιακούς (σταδιακά, μάλιστα, ενισχυόμενους) περιορισμούς στη δυνατότητα και διαδικασία καταγγελίας των συμβάσεων των ιδιωτικών εκπαιδευτικών,

(γ) που επιτύγχαναν εξίσωση του καθεστώτος εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με το αντίστοιχο των δημοσίων υπαλλήλων.

(δ) που επιτύγχαναν («εν τοις πράγμασι») για τους εκπαιδευτικούς την για τους δημοσίους υπαλλήλους ισχύουσα μονιμότητα.

 

Οι περιορισμοί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών

Αν ανατρέξει κάποιος στη διάταξη του άρθρου 30 ν. 682/77 και στις προϊσχύσασες μορφές του (σε συνδυασμό με το άρθρο 33–έως την κατάργησή του), εντυπωσιάζεται από την ευρηματικότητα των συντακτών του για την επίτευξη της μονιμότητας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κάποιος πως εύκολα θα ήταν δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο διπλωματικής εργασίας με τίτλο: «Η διεμβόλιση της επιχειρηματικότητας από τα αρνητικά επιτεύγματα της συνδικαλιστικής δράσης και εναγκαλισμού της με τους πολιτικούς».

Στη διαδρομή των ετών συναντούμε (υποχρεωτικές κατά νόμο) συμβάσεις ορισμένου χρόνου για τους εκπαιδευτικούς. Ας ρίξουμε μια συνοπτική ματιά στους περιορισμούς και προϋποθέσεις καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους:

(α) Αριθμητικοί περιορισμοί

Είναι ενδιαφέροντες οι αριθμητικοί περιορισμοί στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας

των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Ας δούμε δύο σχετικά παραδείγματα:

(i) Η διάταξη του άρθρ. 13 §1 ν. 2986/2002 (που ίσχυε μέχρι το 2010):

«….(β Κατά τη λήξη της τετραετίας (σημ.: της τότε ισχύουσας ορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης του ιδιωτικού εκπαιδευτικού) ο ιδιοκτήτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να καταγγείλει χωρίς αιτιολογία τη σύμβαση μόνο για το 33% των εκπαιδευτικών οι οποίοι συμπληρώνουν εξαετή υπηρεσία.  Σε περίπτωση κατά την οποία εξαετία συμπληρώνουν δύο εκπαιδευτικοί μπορεί να καταγγέλλεται η σύμβαση ενός από αυτούς. Σε περίπτωση κατά την οποία εξαετία συμπληρώνει ένας μόνο εκπαιδευτικός και σε διάστημα έως δύο ετών από τη συμπλήρωση της εξαετίας συμπληρώσει εξαετία και άλλος εκπαιδευτικός του σχολείου, είναι δυνατή η καταγγελία της σύμβασης ενός από τους δύο).

(ii) Η διάταξη του άρθρ. 47 §16 ν. 3848/2010 :

«Κατά τη λήξη κάθε σχολικού έτους είναι δυνατή η καταγγελία της ενός εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης… Τα ιδιωτικά γυμνάσια και λύκεια της ίδιας έδρας, του ίδιου ιδιοκτήτη και με την ίδια διεύθυνση θεωρείται ότι αποτελούν ενιαία εκπαιδευτική μονάδα.»

 

(β) Διαδικαστικές προϋποθέσεις

Ακόμη περισσότερες εξασφαλιστικές της «εν τοις πράγμασι» μονιμότητας προβλέψεις ίσχυαν την τελευταία τριετία και μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 4713/2020. Εκτενής αναφορά σε αυτές έγινε σε προηγούμενη αρθρογραφία μας. Οι εξασφαλιστικές αυτές προβλέψεις μπορούν να συνοψισθούν στις δύο διαδικαστικές προϋποθέσεις της έγκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

Να υπενθυμίσουμε (απολύτως συνοπτικά) τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4472/2017:

«1…

2. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί …συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία …και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την πρόσληψή του. Κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

3. Η σύμβαση αορίστου χρόνου είναι δυνατόν να καταγγελθεί μόνο για τους παρακάτω λόγους:

ε) Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολύονται από τον ιδιοκτήτη του σχολείου στο οποίο υπηρετούν λόγω:

….

δδ) διδακτικής, παιδαγωγικής ανεπάρκειας ή επαγγελματικής ασυνέπειας που στηρίζεται σε δύο (2) τουλάχιστον εκθέσεις και αφορούν δύο (2) τουλάχιστον συνεχόμενα διδακτικά έτη με κριτήρια που καθορίζονται από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, από τις οποίες η πρώτη συντάσσεται από το διευθυντή της σχολικής μονάδας και κοινοποιείται στον αρμόδιο συντονιστή εκπαιδευτικού έργου που έχει την επιστημονική ευθύνη του οικείου κλάδου και η δεύτερη συντάσσεται από το διευθυντή της σχολικής μονάδας και κοινοποιείται στον ανωτέρω συντονιστή εκπαιδευτικού έργου, ο οποίος προσθέτει συμπληρωματική έκθεση, εφόσον το κρίνει σκόπιμο και ειδικά αν η γνώμη του διαφέρει από αυτή του Διευθυντή.

….

Η νομιμότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για τους λόγους που προβλέπονται στην περίπτωση α` και στην υποπερίπτωση δδ` της περίπτωσης ε` της παραγράφου 3 κρίνεται από ανεξάρτητη Επιτροπή, η οποία εξετάζει αν η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε νομίμως και αν η καταγγελία είναι καταχρηστική ή μη και αποφαίνεται σχετικά.

Η Επιτροπή αυτή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, η οποία εκδίδεται εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, και αποτελείται από:

α) Έναν (1) Πρωτοδίκη, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, υπηρετούντες στο Τμήμα Εργατικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Αθηνών….

β) Δύο (2) Πρωτοδίκες υπηρετούντες στο Τμήμα Εργατικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Αθηνών με τους αναπληρωτές τους….

Ένας (1) εκπρόσωπος της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. που υποδεικνύεται με απόφαση της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. και ένας (1) εκπρόσωπος της αντιπροσωπευτικότερης εργοδοτικής οργάνωσης που υποδεικνύονται με απόφαση της παρίστανται ως παρατηρητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στη συνεδρίαση της Επιτροπής.

Η ανωτέρω Επιτροπή λαμβάνει υπ` όψιν και τις υπηρεσιακές εκθέσεις, συνεδριάζει δε και αποφαίνεται υποχρεωτικά εντός ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την καταγγελία και υποβάλλει την πρότασή της στον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης στην οποία διατυπώνεται η κρίση της σχετικά με τη νομιμότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τα ανωτέρω. ….

Απολύσεις ιδιωτικών εκπαιδευτικών που λαμβάνουν χώρα χωρίς την τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας είναι άκυρες.».

Με απλά λόγια: Αν, παρ’ ελπίδα, ένας εκπαιδευτικός αποδεικνυόταν (από το 2017 και εντεύθεν) ανεπαρκής αμέσως μετά την πρόσληψή του, η αντικατάστασή του ήταν δυνατή (στην καλύτερη περίπτωση) μετά την πάροδο δύο ετών και τριών μηνών.

 

Συμπερασματικά

Ο νομοθέτης, ευρισκόμενος προ των πυλών της διαχείρισης του θέματος της ιδιωτικής εκπαίδευσης, είχε πολλαπλές στρεβλώσεις και παθογένειες να διαχειριστεί.

Μεταξύ αυτών, η (εν τοις πράγμασιν) αδυναμία αντικατάστασης ενός ανεπαρκούς ιδιωτικού εκπαιδευτικού. (Κι ας μη βιαστεί κάποιος να αναρωτηθεί αν υπήρξαν/υπάρχουν τέτοιοι). Επίσης: η ανισότητα σε σχέση με τους λοιπούς εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (των επαγγελματιών υγείας, λ.χ., στους οποίους τόσα, αλήθεια, οφείλουμε). Κι ακόμα: τα πολλαπλά προβλήματα που δημιουργούνταν στην άσκηση της επιχειρηματικής δράσης και η περιορισμένη, μόνον, υποβοήθηση της παροχής υπηρεσιών υψηλού επιπέδου στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Το πρόβλημα έμοιαζε περίπλοκο…

 

Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4713/2020

Η λύση στο (κατά τα φαινόμενα μόνο) περίπλοκο πρόβλημα ήταν (και πράγματι αποδείχθηκε) αφοπλιστικά απλή. Περιοριζόταν σε μία πρόταση και δέκα, μόλις, λέξεις:

Υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο προστατευτικό πεδίο της εργατικής νομοθεσίας.

Ποιες όμως υπήρξαν οι σκέψεις του νομοθέτη;

Ας ανατρέξουμε στην αιτιολογική έκθεση της συγκεκριμένης, επίμαχης, διάταξης. Εκεί θα εντοπίσουμε τις στρεβλώσεις που, κατά την άποψή του, στοχεύει να θεραπεύσει. Το μέσο που χρησιμοποιεί. Τους σκοπούς της συγκεκριμένης διάταξης (:του νέου, δηλ., άρθρου 10). Ποια, λοιπόν, η ratio της συγκεκριμένης διάταξης;

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η υπαγωγή της εργασιακής σχέσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στην κοινή εργατική νομοθεσία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ́:

(α) της λειτουργίας του διευθυντικού́ δικαιώματος του επιχειρηματία-εργοδότη,

(β) της παράλληλης διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων, κατά́ τα προβλεπόμενα στην εργατική́ νομοθεσία και στον ν. 682/1977 των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, αλλά και

(γ) της διασφάλισης της κρατικής εποπτείας στην σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Σημειώνεται επίσης πως οι μέχρι πρότινος ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις στον τομέα της ιδιωτικής εκπαίδευσης έθιγαν (στο μέτρο που υπερέβαιναν την αρχή της αναλογικότητας) τον πυρήνα της επιχειρηματικής δραστηριότητας των ιδιωτικών εκπαιδευτήριων. Και δεν είναι μια τυχαία δραστηριότητα αλλά συνταγματικά προστατευόμενη (άρθρο 16 §8 & 5 §1 Σ). Και τούτο με την επισήμανση πως τα ιδιωτικά́ εκπαιδευτήρια στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες χώρες, φέρουν εξ ολοκλήρου τον επιχειρηματικό́ κίνδυνο.

 

Η (επαρκής;) προστασία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου

Από την κατάθεση, ακόμα, του σχετικού νομοσχεδίου του ν. 4713/2020, συγκεκριμένες φωνές υιοθέτησαν (και συνεχίζουν, ακόμα και σήμερα, να καλλιεργούν) τη θέση περί των ελεύθερων, πλέον, απολύσεων των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Τη θέση, επίσης, της ανεπαρκούς, πλέον, προστασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού από την ενδεχόμενη αδικαιολόγητη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον εκάστοτε σχολάρχη.

Ποια όμως η αλήθεια;

Ο εκάστοτε σχολάρχης μπορεί, αναιτιολόγητα και χωρίς περιορισμούς, να απολύσει/αντικαταστήσει τους εκπαιδευτικούς του;

Η εργατική νομοθεσία στην οποία υπάγονται, πλέον, και οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί (όπως όλοι οι λοιποί εργαζόμενοι) δεν παρέχει κάποια σχετική προστασία;

Ο σχολάρχης δικαιούται να λέει στους εκπαιδευτικούς του: «ΦΥΓΕ!!!» κι εκείνοι υποχρεούνται, πράγματι, με σκυμμένο το κεφάλι να αποχωρούν;

Οι απαντήσεις στα προαναφερθέντα ερωτήματα είναι, προφανώς, αρνητικές. Η εργατική νομοθεσία ουδέποτε υπήρξε ανεπαρκής όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων από μη νόμιμες απολύσεις. Το δίκαιο της καταγγελίας απαιτεί την πλήρωση μιας σειράς προϋποθέσεων (τυπικών και ουσιαστικών), προκειμένου η καταγγελία μιας σύμβασης εργασίας να είναι σύννομη.

 

Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο

Οι προϋποθέσεις της καταγγελία της εργασιακής σχέσης-γενικά

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σχετικά με όσα προβλέπει η διάταξη στην οποία το σύνολο των εργαζομένων της χώρας μας υπάγεται (άρθρο 5 §3 εδ. α ν. 3198/1955):

«3. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος».

 

Όσον αφορά τις (πλέον ισχύουσες) προϋποθέσεις της απόλυσης/αντικατάστασης ενός εκπαιδευτικού

Η απόλυση/αντικατάσταση ενός ιδιωτικού εκπαιδευτικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπόκειται σε τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα:

Τυπικές προϋποθέσεις:

Η κοινή εργατική νομοθεσία απαιτεί την τήρηση τριών τυπικών προϋποθέσεων, προκειμένου η καταγγελία της εκάστοτε σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου να είναι έγκυρη. Πρόκειται για:

(α) Την τήρηση έγγραφου τύπου της καταγγελίας.

(β) Την τήρηση ορισμένης προθεσμίας προειδοποίησης (όπου προβλέπεται), μετά την παρέλευση της οποίας η σύμβαση εργασίας δύναται να λυθεί.

(γ) Την καταβολή αποζημίωσης.

Ουσιαστική προϋπόθεση – Ο περιορισμός της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εργοδότη:

Πέραν των τριών, συγκεκριμένων, τυπικών προϋποθέσεων, η εγκυρότητα της καταγγελίας μιας σύμβασης αορίστου χρόνου απαιτεί τη συνδρομή μιας τέταρτης, αρνητικής-ουσιαστικής προϋπόθεσης. Πρόκειται για την έλλειψη καταχρηστικότητας, όπως αυτή αποτυπώνεται στη γενική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αλλά και στην ειδική του άρθρου 30 παρ. 2 ν. 682/1977-όπως ισχύει.

Κατά τη  διάταξη του άρθρου 281ΑΚ:

«Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν  υπερβαίνει  προφανώς τα  όρια  που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από μέρους του εργοδότη – ιδιοκτήτη σχολείου πρέπει να σέβεται και να μην υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια. Ειδάλλως, η άσκησή του κρίνεται καταχρηστική.

Σε ταύτιση με τα ανωτέρω, το ισχύον άρθρο 30, στην παράγραφο 2, αναφέρεται στον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και καταχρηστικότητας στον οποίο υπόκειται η καταγγελία

του ιδιωτικού εκπαιδευτικού. Όπως, ρητά και ειδικά, προβλέπεται, «Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές».

Εν ολίγοις, η καταγγελία της συμβάσης αορίστου χρόνου στην Ελλάδα θεωρείται «αναιτιώδης», υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται η ύπαρξη ιδιαίτερου λόγου για το κύρος της (με την υπόμνηση βέβαια της ανοιγείσας συζήτησης όσον αφορά το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη). Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπόκειται σε ουσιαστικούς περιορισμούς. Πολύ περισσότερο, ότι δεν παρέχεται ικανή προστασία στους εργαζομένους. Η νομολογία το έχει, από μακρού χρόνου, αποδείξει.

 

Οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικά θεραπευτήρια και κλινικές,  ιατροί και νοσηλευτές, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον χώρο της υγείας-για την οποία συγκεκριμένες συνταγματικές πρόνοιες προβλέπονται.

Οι εργαζόμενοι στον χώρο της ενημέρωσης δημοσιογράφοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον χώρο του τύπου-για τον οποίο, επίσης, συγκεκριμένες συνταγματικές πρόνοιες προβλέπονται.

Οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια εκπαιδευτικοί προσφέρουν τις υπηρεσίες στον χώρο της παιδείας-για την οποία συγκεκριμένες συνταγματικές πρόνοιες προβλέπονται.

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, γενικά, υπάγονται στις προστατευτικές ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας. Οι γιατροί, νοσηλευτές, δημοσιογράφοι υπάγονται, ανέκαθεν, στις προστατευτικές ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας.

Ήδη και οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί…

Η άρση παθογενειών και στρεβλώσεων μισού, σχεδόν, αιώνα αποτελεί γεγονός!

Η κατάλυση αδικαιολόγητων προνομίων και στρεβλώσεων, αντίστοιχης χρονικής διάρκειας, επίσης.

Ας γιορτάσουμε την αποκατάσταση της ισότητας.

Κυρίως όμως της λογικής!

Σταύρος Κουμεντάκης

Σταύρος Κουμεντάκης
Managing Partner

 

Υ.Γ. Συνοπτική έκδοση του άρθρου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στις 13 Σεπτεμβρίου 2020.

 

Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά (ούτε και έχει σκοπό να αποτελέσει) νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδιο δικηγόρο ο οποίος θα λάβει υπόψη του το σύνολο των δεδομένων που θα του εκθέσετε για την υπόθεσή σας. Αναλυτικά.

0

You May Also Like