Νέοι μηχανισμοί επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ε.Ε.

Νέοι μηχανισμοί επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ε.Ε.

Οι νέοι μηχανισμοί επίλυσης φορολογικών διαφορών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης 

Ι. Προοίμιο

Καθώς και ο Σωκράτης ανάγκασε τελικά τον σοφιστή Θρασύμαχο (όπως προκύπτει από την Πολιτεία του Πλάτωνα βλ. 346e–348b)-θιασώτη της άποψης περί δικαίου του ισχυροτέρου, να παραδεχτεί ότι η δικαιοσύνη είναι μια αρετή της ψυχής που μπορεί να εξασφαλίσει στον άνθρωπο την ευτυχία, θέλουμε πάντοτε να προσβλέπουμε στη δικαιοσύνη για την διασφάλιση των δικαιωμάτων μας αλλά και την αποκατάσταση του δικαίου.

Η καθυστέρηση όμως της απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί μία μάστιγα (από τις πάμπολλες) για τις επιχειρήσεις – βεβαίως και για τα φυσικά πρόσωπα.

Το ενδεχόμενο να απευθυνθεί κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στη δικαιοσύνη της πατρίδας μας διεκδικώντας το δίκιο του για θέματα διοικητικού δικαίου είναι, από τη φύση του, απολύτως προβληματικό: Θα πρέπει να διαθέτει όχι μόνον τους κατάλληλους νομικούς, οικονομικούς και φοροτεχνικούς συμβούλους και ισχυρά οικονομικά μέσα αλλά και να οπλιστεί με ιώβειο υπομονή: Ο χρόνος επίλυσης της όποιας φορολογικής διαφοράς (παρά το γεγονός ότι έχει ήδη βελτιωθεί) προσεγγίζει και σε κάποιες περιπτώσεις υπερβαίνει τη δεκαετία (!).

Οι χρόνοι επίλυσης των δικαστικών διαφορών (ιδίως των διοικητικής-φορολογικής φύσεως) μοιάζει να στερούνται σοβαρότητας.

Το ενδεχόμενο όμως να εμπλακεί κάποιος με τα δικαιϊκά συστήματα περισσοτέρων κρατών με τα οποία, λ.χ., υπάρχουν συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας καθίσταται απολύτως τρομακτικό: μάλλον μια ζωή δεν φτάνει…

Τα υφιστάμενα συστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν μέχρι πρότινος διασφαλιστικά των δικαιωμάτων των φορολογουμένων ούτε και βοηθητικά της επιτάχυνσης της επίλυσης των όποιων φορολογικής φύσεων διαφορών που γεννιούνταν από την ύπαρξη (και μη εφαρμογή ή λανθασμένη εφαρμογή) διακρατικών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας.

Επιδιώχθηκε η βελτίωσή τους.

 

ΙΙ. Η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 της 10.10.2017 του Συμβουλίου για τους μηχανισμούς επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Πριν από τρία, σχεδόν, χρόνια (στις 25.10.2016) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωνε το σχέδιο της για τον τρόπο με τον οποίο φορολογούνται οι εταιρείες στην ενιαία αγορά, «προκειμένου να επιτευχθεί ένα πιο δίκαιο και ευνοϊκό για την ανάπτυξη σύστημα φορολόγησης».

Ο αντιπρόεδρος Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωνε, τότε, πως: «Η φορολογική πολιτική πρέπει να στηρίζει τους στόχους της ΕΕ για οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη…»

Ο Πιερ Μοσκοβισί, επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων, δήλωνε επίσης: «Με την αναθεωρημένη πρόταση για την ΚΕΒΦΕ (Κοινή Ενοποιημένη Βάση Φορολογίας των Εταιρειών), ανταποκρινόμαστε στις ανησυχίες τόσο των επιχειρήσεων όσο και των πολιτών …Οι υπουργοί Οικονομικών θα πρέπει να δουν με «νέο μάτι» αυτή τη φιλόδοξη και έγκαιρη δέσμη μέτρων, η οποία αναμένεται να συμβάλει στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος κατάλληλου για τον 21ο αιώνα.»

Με αφορμή όμως ποιο γεγονός αυτές οι δηλώσεις;

Την εποχή εκείνη (Οκτώβριος του 2016) εκκρεμούσαν στην ΕΕ περίπου 900 διαφορές  με εκτιμώμενη αξία 10,5 δις Ευρώ. Τα μεγέθη ήταν εξαιρετικά υψηλά και αντιμετώπιση του προβλήματος επιβεβλημένη: Η πρόθεση ήταν να υπάρξουν σαφείς προθεσμίες ώστε τα κράτη-μέλη να συμφωνήσουν σε δεσμευτικές λύσεις για τα προβλήματα που δημιουργούνταν από τη διπλή φορολόγηση και τις συμβάσεις αποφυγής της.

Μια από τις σημαντικές δράσεις που θα ακολουθούσαν ήταν και η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου της 10ης Οκτωβρίου 2017 για τους μηχανισμούς επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

ΙΙΙ. Οι επί της ουσίας παραδοχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852 της 10.10.2017

Στο προοίμιο της συγκεκριμένης Οδηγίας (η οποία ακολούθησε τις ανωτέρω δηλώσεις)  γίνονται κάποιες, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, αναφορές. Παρατίθενται, αυτούσιες, οι περισσότερο ενδιαφέρουσες:

 «Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες περισσότερα του ενός κράτη μέλη ερμηνεύουν ή εφαρμόζουν διαφορετικά τις διατάξεις διμερών φορολογικών συμφωνιών ή συμβάσεων, περιλαμβανομένης της σύμβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων …μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά φορολογικά εμπόδια για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο. Συνεπάγονται υπερβολική φορολογική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και είναι πιθανό να οδηγήσουν σε οικονομικές στρεβλώσεις και αναποτελεσματικότητα, και να έχουν αρνητικές συνέπειες στις διασυνοριακές επενδύσεις και στην ανάπτυξη.

(2) Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να υπάρχουν μηχανισμοί στην Ένωση οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική επίλυση των διαφορών που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διμερών φορολογικών συνθηκών και της σύμβασης περί διαδικασίας διαιτησίας της Ένωσης, ειδικότερα δε των διαφορών που οδηγούν σε διπλή φορολογία.

(4) …Παράλληλα, στο πνεύμα της εξασφάλισης δίκαιου φορολογικού συστήματος, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η ύπαρξη ολοκληρωμένων, αποτελεσματικών και βιώσιμων μηχανισμών επίλυσης διαφορών. Η βελτίωση των μηχανισμών επίλυσης διαφορών είναι επίσης αναγκαία για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυξημένου αριθμού διαφορών διπλής ή πολλαπλής φορολογίας που αφορούν ενδεχομένως υψηλά ποσά, λόγω των τακτικότερων και περισσότερο επικεντρωμένων πρακτικών ελέγχου των φορολογικών διοικήσεων.

(5) Είναι ζωτικής σημασίας να θεσπιστεί ένα αποτελεσματικό και αποδοτικό πλαίσιο για την επίλυση φορολογικών διαφορών που να εξασφαλίζει ασφάλεια δικαίου και ευνοϊκό για τις επενδύσεις επιχειρηματικό περιβάλλον για την επίτευξη δίκαιων και αποδοτικών συστημάτων φορολόγησης στην Ένωση…

(6) Η επίλυση διαφορών θα πρέπει να εφαρμόζεται για τη διαφορετική ερμηνεία και την εφαρμογή διμερών φορολογικών συνθηκών…

 

ΙV. Οι βασικές ρυθμίσεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852 της 10.10.2017

Το αντικείμενο της συγκεκριμένης Οδηγίας

Η συγκεκριμένη Οδηγία θεσπίζει κανόνες για μηχανισμό επίλυσης διαφορών μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες προκύπτουν από την ερμηνεία και την εφαρμογή συμφωνιών και συμβάσεων που προβλέπουν την εξάλειψη της διπλής φορολογίας. Ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των θιγόμενων προσώπων όταν προκύπτουν τέτοιες διαφορές  (άρθρο 1) και αφορά τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα (άρθρο 2).

Ένσταση και φιλικός διακανονισμός

Τα θιγόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα δικαιούνται να υποβάλουν ένσταση που περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία και πληροφόρηση επί του αμφισβητουμένου ζητήματος, με την οποία θα ζητούν την επίλυση του ενώπιον καθεμίας από τις αρμόδιες αρχές καθενός από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Η ένσταση υποβάλλεται εντός τριών ετών από την παραλαβή της πρώτης κοινοποίησης του μέτρου το οποίο εγείρει αμφισβητούμενο ζήτημα. Τα κράτη δικαιούνται να το επιλύσουν μονομερώς εντός εξαμήνου από τη λήψη της ένστασης ή των συμπληρωματικών πληροφοριών που ενδεχομένως ζητήσουν. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η διαδικασία που προβλέπεται από τη συγκεκριμένη Οδηγία περατούται (άρθρο 3)

Σε διαφορετική περίπτωση οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών (και υπό την προϋπόθεση ότι θα κάνουν αποδεκτή την υποβληθείσα ένσταση) επιδιώκουν την επίλυση του επίμαχου ζητήματος με διαδικασία φιλικού διακανονισμού εντός δύο ετών. Αν δεν τα καταφέρουν  ενημερώνουν το θιγόμενο πρόσωπο εκθέτοντας τους γενικούς λόγους για τη μη επίτευξη συμφωνίας (άρθρο 4)

Συμβουλευτική Επιτροπή και Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών

Στην περίπτωση απόρριψης της ένστασης ή αδυναμίας των εμπλεκομένων κρατών μελών να καταλήξουν σε συμφωνία, αναγνωρίζεται η δυνατότητα του θιγομένου προσώπου να ζητήσει της συγκρότηση συμβουλευτικής επιτροπής από τις αρμόδιες αρχές των συγκεκριμένων κρατών. Η συμβουλευτική επιτροπή γνωμοδοτεί σχετικά με τον τρόπο επίλυσης του αμφισβητούμενου ζητήματος (άρθρο 6) και συγκροτείται από έναν πρόεδρο, ένα αντιπρόσωπο (ή δύο) κάθε ενδιαφερόμενης αρμόδιας αρχής καθώς και μια ανεξάρτητη προσωπικότητα (ή δύο) η οποία διορίζεται από κάθε ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή (άρθρο 8).

Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μπορούν να συμφωνήσουν να συστήσουν (αντί της συμβουλευτικής επιτροπής) επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών για την έκδοση γνώμης σχετικά με τον τρόπο επίλυσης του αμφισβητούμενου ζητήματος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να συμφωνήσουν να συγκροτήσουν μόνιμη επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 10).

Οι δαπάνες των μελών των ανωτέρω επιτροπών δεν βαρύνουν το θιγόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αλλά κατανέμονται μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών. Το ίδιο και οι όχι ευκαταφρόνητες αμοιβές των συμμετεχόντων ανεξαρτήτων προσωπικοτήτων (1000€ ανά πρόσωπο και ανά ημέρα)-(άρθρο 12).

Η συμβουλευτική επιτροπή ή η επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών διατυπώνει τη γνώμη της στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία σύστασής της με δυνατότητα τρίμηνης παράτασης. Όταν η συμβουλευτική επιτροπή ή η επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών κρίνει ότι το αμφισβητούμενο ζήτημα απαιτεί διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών για τη διατύπωση γνώμης, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά τρεις μήνες. Η συμβουλευτική επιτροπή ή η επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και τα θιγόμενα πρόσωπα για κάθε εν λόγω παράταση (άρθρο 14).

Ο τρόπος επίλυσης της διαφοράς

Οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές συμφωνούν τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς εντός προθεσμίας έξι μηνών από την κοινοποίηση της γνώμης της συμβουλευτικής επιτροπής ή της επιτροπής εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λάβουν απόφαση που αποκλίνει από τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής ή της επιτροπής εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Ωστόσο, εάν δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς, δεσμεύονται από τη γνώμη αυτή. Σε περίπτωση μη εφαρμογής της οριστικής απόφασης, το θιγόμενο πρόσωπο δύναται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους που δεν εφήρμοσε την οριστική απόφαση, με αίτημα την εφαρμογή της (άρθρο 15).

Η δυνατότητα προσφυγής στις ρυθμίσεις της συγκεκριμένης οδηγίας

Είναι ενδεχόμενο το μέτρο το οποίο ελήφθη από κράτος μέλος και το οποίο γέννησε τη διαφορά να έχει καταστεί οριστικό σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Αξιοσημείωτο είναι πως στην περίπτωση αυτή, δεν εμποδίζονται τα θιγόμενα πρόσωπα να προσφύγουν στις διαδικασίες που προβλέπονται στη συγκεκριμένη οδηγία. Αντίστοιχα όμως η υπαγωγή της εν λόγω διαφοράς στη διαδικασία φιλικού διακανονισμού ή στην παραπάνω περιγραφόμενη διαδικασία επίλυσης διαφορών δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να κινήσει ή να συνεχίσει για την ίδια υπόθεση δικαστικές διαδικασίες ή διαδικασίες για την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων (άρθρο 16).

Οι ρυθμίσεις για τα φυσικά πρόσωπα και τις πολύ μικρές, μικρές ή μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις

Όταν το θιγόμενο πρόσωπο είναι φυσικό πρόσωπο ή νομικό αλλά όχι μεγάλη επιχείρηση και όχι τμήμα μεγάλου Ομίλου (με την έννοια που τους δίνει η οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) η διαδικασία που ακολουθείται γίνεται απλούστερη για τον προσφεύγοντα. Το σύνολο των ενστάσεων, αιτημάτων, αιτήσεων  αποσύρσεών του κλπ. δεν απαιτείται να υποβάλλονται σε κάθε αρμόδια αρχή των επιμέρους εμπλεκομένων κρατών αλλά μόνον ενώπιον της αρχής όπου η κατοικία ή η έδρα αντίστοιχα του θιγομένου (άρθρο 17).

 

V. Οι συνέπειες της (μη) ένταξης της συγκεκριμένης Οδηγίας στο Εθνικό μας Δίκαιο

Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όφειλαν να «θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2019» (άρθρο 22).

Η χώρα μας δεν το έπραξε.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό καθώς, η Οδηγία δεν ισχύει άμεσα.

Ωστόσο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποφανθεί ότι ορισμένες διατάξεις μιας οδηγίας μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να αναπτύσσουν άμεσα αποτελέσματα σε ένα κράτος μέλος, ακόμη και αν το κράτος αυτό δεν έχει ακόμη εγκρίνει πράξη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο ή έχει μεταφερθεί με εσφαλμένο τρόπο· β) οι διατάξεις της οδηγίας έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα και είναι επαρκώς σαφείς και ακριβείς· και γ) οι διατάξεις της οδηγίας αναγνωρίζουν δικαιώματα σε μεμονωμένα άτομα.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, μεμονωμένα άτομα μπορούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις της οδηγίας έναντι όλων των δημόσιων αρχών. Ακόμη και όταν η διάταξη της οδηγίας δεν απονέμει κάποιο δικαίωμα σε ιδιώτη, και επομένως πληρούνται μόνο η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση, οι αρχές του κράτους μέλους έχουν νομική υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη την οδηγία που δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Η ανωτέρω νομολογία στηρίζεται κυρίως στις αρχές της αποτελεσματικότητας, της αποτροπής παραβιάσεων της Συνθήκης και της έννομης προστασίας. Αντίθετα, ένας ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεστεί άμεσα έναντι άλλου ιδιώτη την άμεση ισχύ οδηγίας που δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο (το «οριζόντιο αποτέλεσμα»· Υπόθεση C-91/92 Faccini Dori, Συλλογή, σ. I-3325 και επόμενα, σημείο 25).

Η έναρξη ισχύος και εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω δεδομένα, η συγκεκριμένη οδηγία (παρά το γεγονός ότι δεν έχει καταστεί εθνικό δίκαιο) εφαρμόζεται σε κάθε ένσταση που υποβάλλεται από την 1η Ιουλίου 2019 και εφεξής σε αμφισβητούμενα ζητήματα, τα οποία αφορούν το εισόδημα ή το κεφάλαιο που αποκτήθηκαν σε φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018 ή μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο 23).

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Francονich, Συλλογή 6/90 και 9/90), ένας πολίτης μπορεί να θεμελιώσει απαίτηση αποζημίωσης κατά κράτους μέλους το οποίο δεν εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης. Όταν πρόκειται για οδηγία που δεν έχει μεταφερθεί ή έχει μεταφερθεί πλημμελώς στο εθνικό δίκαιο, παρόμοια προσφυγή είναι δυνατή όταν: α) η οδηγία έχει ως στόχο την εκχώρηση δικαιωμάτων σε μεμονωμένα άτομα· β) το περιεχόμενο των δικαιωμάτων μπορεί να διαπιστωθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας· και γ) υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και της ζημίας που υπέστη το συγκεκριμένο άτομο. Για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του κράτους μέλους δεν απαιτείται να αποδειχθεί υπαιτιότητα.

Επομένως: ενδεχόμενη άρνηση εφαρμογής των προβλέψεων της συγκεκριμένης Οδηγίας από τη χώρα μας (στη βάση της μη ένταξής της στο εθνικό μας δίκαιο) γεννά αξιώσεις αποζημίωσης σε βάρος της.

 

Εν κατακλείδι

Η καθυστέρηση της απονομής δικαιοσύνης είναι ένα από τα εκατοντάδες θέματα που απασχολεί την επιχειρηματική κοινότητα-και όχι μόνον.

Απασχόλησε και τους θεσμούς στο πλαίσιο των επιμέρους προγραμμάτων στήριξης. Ανεπιτυχώς εκτιμώ.

Η καθυστέρηση της επίλυσης διοικητικής/φορολογικής φύσεως διαφορών μόνον ως απελπιστική μπορεί να χαρακτηριστεί (κι ας μη μιλήσουμε βέβαια για τις σχετικές καθυστερήσεις και του πρόσφατου, ακόμα, παρελθόντος).

Το πρόβλημα καθίστατο περισσότερο οξύ, όταν εμπλέκονταν περισσότερα του ενός κράτη (στο πλαίσιο, λ.χ., αποφυγής συμβάσεων διπλής φορολογίας): τα αδιέξοδα δεν ήταν σπάνια ή, έστω, εύκολα διαχειρίσιμα.

Η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 της 10.10.2017 του Συμβουλίου προσβλέπει στην υποβοήθηση προσώπων και επιχειρήσεων: για την ευχερέστερη αντιμετώπιση καταστάσεων (για τις οποίες καθόλου δεν ευθύνονται) στο πλαίσιο επίλυσης φορολογικών διαφορών όπου εμπλέκονται εκτός από πρόσωπα και περισσότερα του ενός κράτη. Το χρονικό πλαίσιο των προβλεπόμενων διαδικασιών δεν θα το χαρακτηρίζαμε σύντομο. Το βέβαιο όμως είναι πως αποτελεί ένα μικρό, σημαντικό όμως βήμα, στον ιδιαίτερα μακρύ δρόμο: την απόδοση του δικαίου και της δικαιοσύνης.

Γιατί (κατά τη Βρετανίδα σουφραζέτα Emmeline Pankhurst): «Justice and judgment lie often a world apart» (:η δικαιοσύνη και η απονομή της βρίσκονται συχνά σε έναν κόσμο διαφορετικό)…

stavros-koumentakis

Σταύρος Κουμεντάκης
Senior Partner

Υ.Γ. Συνοπτική έκδοση αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στις 4 Αυγούστου 2019.

0

Δείτε επίσης