Καταγγελία Της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας Αορίστου Χρόνου. Οι Ουσιαστικές Προϋποθέσεις.

Καταγγελία Της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας Αορίστου Χρόνου. Οι Ουσιαστικές Προϋποθέσεις.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αποτελεί μια από της σημαντικότερες ενότητες του Εργατικού Δικαίου. Ο πρόσφατοτς εργασιακός νόμος (:ν. 4808/2021) επέφερε αλλαγές και στη συγκεκριμένη ενότητα.

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, μας απασχόλησε η αναμόρφωση των τυπικών προϋποθέσεων για την ισχύ της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από μέρους του εργοδότη. Μας απασχόλησαν επίσης οι έννομες συνέπειες της μη τήρησής τους.

Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσουν οι ουσιαστικές της προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης και οι έννομες συνέπειες της ελλαττωματικής καταγγελίας από μέρους του εργοδότη.

 

Κατάλογος περιπτώσεων ακυρότητας

Το άρθρο 66 §1 ν. 4808/2021 καταγράφει συγκεκριμένες περιπτώσεις ακυρότητας καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ενδεικτικά, εφόσον:

(α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα, ή

(β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή

(γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση:

(γα) που οφείλεται σε διάκριση ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης,

(γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης,

(γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,

(γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη άδειας ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου,

(γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής,

(γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί αναγκαστικά, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις,

(γζ) των στρατευμένων,

(γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις,

(γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων,

(γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,

(για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου,

(γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία,

(γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση, που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, καθώς και των εργαζομένων που δεν υπέβαλαν αίτημα για διευθέτηση, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη,

(γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης.

Εφόσον η αιτία μιας τέτοιας καταγγελίας εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις αυτές, επέρχονται οι γνωστές, ήδη, έννομες συνέπειες. Πρακτικά: ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασής του. Συμπληρωματικά, να ζητήσει την επαναπασχόλησή του αλλά και την καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα, που ο εργοδότης δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Η απαρίθμηση των  περιπτώσεων ακυρότητας είναι ενδεικτική. Αυτό προκύπτει, σαφώς, από την περ. γ΄ της §1. Η τελευταία ορίζει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον αντίκειται σε «…ειδική διάταξη νόμου και ιδίως…» σε συγκεκριμένες ειδικές ρυθμίσεις που, εν συνεχεία, ο νομοθέτης επικαλείται ρητά (περ. γα΄-γι΄).

 

Το βάρος απόδειξης

Σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα προβλέπεται πως (άρ. 66 §2): «αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους της παρ. 1, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο».

Πρόκειται, προφανώς, για (αποδεικτική) διευκόλυνση υπέρ του εργαζομένου. Συγκεκριμένα, εφόσον ο εργαζόμενος επικαλείται και αποδεικνύει γεγονός το οποίο είναι δυνατό να στηρίξει την πεποίθηση ότι η απόλυσή του έλαβε χώρα εξαιτίας του γεγονότος που επικαλείται, τότε ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει το αντίθετο. Το βάρος απόδειξης, δηλαδή, αντιστρέφεται και ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει ότι δεν προχώρησε στην καταγγελία για τον απαγορευμένο λόγο που επικαλείται ο εργαζόμενος.

Βέβαια, η αποδεικτική διευκόλυνση φαίνεται να αφορά, σε ένα πρώτο επίπεδο, το σύνολο των περιπτώσεων της §1. Αυτό, ωστόσο, χάνει το νόημά του για κάποιες από τις προβλεπόμενες, εκεί, περιπτώσεις. Ενδεικτικά: η απόλυση κατά την περίοδο της άδειας αναψυχής που, ούτως ή άλλως, είναι απαγορευμένη και δεν τίθεται, για τον λόγο αυτό, κάποιο ζήτημα απόδειξης (πέραν του χρόνου διενέργειάς της). Επίσης, η καταγγελία σύμβασης εργασίας εγκύου που, ούτως ή άλλως-επίσης, απαιτεί την ύπαρξη και επίκληση σπουδαίου λόγου από μέρους του εργοδότη, διαφορετικά καθίσταται άκυρη (άρ. 15 §1 ν. 1483/1984).

 

Η δυνατότητα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης

Στις συνέπειες της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από μέρους του εργοδότη προστίθεται (§3, άρ. 66) μια, ακόμα, εναλλακτική-αυτή τη φορά: Σε περιπτώσεις ελλαττωματικής καταγγελίας (με εξαίρεση όμως εκείνες που ήδη, παραπάνω, αναφέραμε-της §1 δηλ. της ίδιας διάταξης), το δικαστήριο, αντί άλλης συνέπειας, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης.

Ο προαναφερόμενος περιορισμός οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην §3 εμπίπτουν οι περιπτώσεις άκυρης απόλυσης οι οποίες είτε ρητά δεν απαριθμούνται στην παράγραφο 1 είτε δεν αντίκεινται σε ειδική διάταξη νόμου, ακόμη και αν η τελευταία δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στο γράμμα της §1. Συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (§3 του άρ. 66) εμπίπτει κάθε καταγγελία σύμβασης εργασίας που αντίκειται σε γενική διάταξη νόμου. Ακόμα, δηλ., κι εκείνες που γίνονται καταχρηστικά (:άρθρο 281 ΑΚ).

 

Ο έλεγχος του καταχρηστικότητας του δικαιώματος καταγγελίας

Παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν είναι δυνατό (κατά τη θεωρία και νομολογία) να αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Είναι δυνατόν, επομένως, να ελεγχθεί δικαστικά στη βάση της σχετικής διάταξης (:άρ. 281 ΑΚ).

Η νομολογία έχει πλάσει κριτήρια ελέγχου της καταγγελίας στη βάση του 281 ΑΚ, η μη τήρηση των οποίων επιδρά στο κύρος αυτής. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών υπάγονται:

(α) Η αρχή της ultima ratio: Τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και τα δικαστήρια της ουσίας ελέγχουν αν οι λόγοι που οδήγησαν σε καταγγελία σύμβασης εργασίας, καθιστούν, πράγματι, αναγκαία την τελευταία. Συγκεκριμένα, η καταγγελία συνιστά το επαχθέστερο για τον εργαζόμενο μέτρο. Ως εκ τούτου, πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέτρο στο οποίο θα προσφύγει ο εργοδότης. Σε περίπτωση που τα συμφέροντα του εργοδότη μπορούν να ικανοποιηθούν με λιγότερο επαχθή για τον εργαζόμενο μέτρα, η προσφυγή στο μέτρο της καταγγελίας καθιστά την άσκησή της, ως δικαίωμα του εργοδότη, άκυρη.

(β) Η αρχή της αναλογικότητας: Η αρχή αυτή χρησιμοποιείται από τη νομολογία ως κριτήριο συγκεκριμενοποίησης της γενικής ρήτρας της καλής πίστης (ενδ.: 897/2012 ΑΠ). Τυχόν, μάλιστα, παράβαση του άρ. 281 ΑΚ και ειδικότερα της αρχής της αναλογικότητας ελέγχεται από τη νομολογία στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας κατά παράλειψη της τήρησης της προβλεπόμενης πειθαρχικής διαδικασίας.

(γ) Η ορθή επιλογή του απολυτέου: Σε περιπτώσεις που οικονομικοτεχνικοί λόγοι δικαιολογούν την προσφυγή από μέρους του εργοδότη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η τελευταία ενδέχεται να κριθεί άκυρη ως καταχρηστική, εφόσον ο εργοδότης δεν επιλέγει τον εργαζόμενο που θα απολύσει βάσει κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων. Ως τέτοια κριτήρια ορίζονται από τη νομολογία η αρχαιότητα, η ηλικία, η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση καθενός από τους συγκρίσιμους εργαζομένους (ενδ.: 722/1999 ΑΠ). Και η συγκεκριμένη υποχρέωση απορρέει, όπως δέχεται η νομολογία, από την αρχή της καλής πίστης.

(δ) Η τροποποιητική καταγγελία: Η τροποποιητική καταγγελία, συνιστά ηπιότερο μέτρο από την (συνήθη) καταγγελία. Πρόκειται για συνέχιση της απασχόλησης με διαφορετικούς από τους συμφωνημένους όρους εργασίας. Και η καταγγελία αυτή, υπόκειται στον έλεγχο του 281 ΑΚ.

(ε) Η προσχηματική υποβολή έγκλησης: Σε έλεγχο καταχρηστικότητας υπόκειται, επίσης, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, έχει μεν υποβληθεί έγκληση ή μήνυση σε βάρος του εργαζομένου, είναι όμως προσχηματική. Συγκεκριμένα, όταν η άσκηση της ποινικής δίωξης συνιστά και τον λόγο της καταγγελίας, το κύρος της τελευταίας πάσχει, όταν ο εργοδότης γνωρίζει το ψευδές των κατηγοριών σε βάρους του εργαζομένου.

 

Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος πρόσθετης αποζημίωσης

Είδαμε παραπάνω πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι ενδεχόμενο να πάσχει για κάποιον άλλο λόγο από αυτούς που προαναφέρθηκαν-και ρητά αναφέρονται στην §1 (οι οποίοι επιφέρουν την ακυρότητά της). Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό, όπως ήδη αναφέρθηκε, να ζητηθεί από το δικαστήριο, εναλλακτικά (αντί της επέλευσης των συνεπειών της ακυρότητας: επαναπασχόληση και μισθοί υπερημερίας) η καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης. Το σχετικό αίτημα είναι δυνατό να υποβληθεί είτε από τον εργαζόμενο είτε από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης (στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας).

 

Το ύψος της πρόσθετης αποζημίωσης

Το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης δεν μπορεί (άρ. 66 §3) να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο από το διπλάσιο της νόμιμης αποζημίωσης- λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Ως κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του (ιδίως) την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση αμφοτέρων (εργαζομένου και εργοδότη).

 

Η δυνατότητα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης ύστερα από αίτημα του εργαζομένου

Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει την καταβολή της ως άνω πρόσθετης αποζημίωσης και στην περίπτωση που η καταγγελία πάσχει για κάποιο λόγο της §1-για λόγο, δηλ., που εμπίπτει στον κατάλογο των περιπτώσεων καταγγελίας που εκεί απαριθμούνται. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή παρέχεται το δικαίωμα στον εργαζόμενο να ζητήσει την προαναφερθείσα πρόσθετη αποζημίωση-αντί της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και της επέλευσης των συνεπειών της.

 

Η απαγόρευση σώρευσης αιτήματος αναγνώρισης ακυρότητας και πρόσθετης αποζημίωσης

Σε περίπτωση άσκησης αγωγής, από μέρους του εργαζομένου, με αίτημα την πρόσθετη αποζημίωση, εφόσον συντρέχει κάποιος από τους απαγορευτικούς λόγους της §1, «…δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση» (άρ. 66 §6). Κατά το γράμμα του νόμου, η σώρευση αυτή, έστω και επικουρική, «…οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων.».

Προκειμένου, λοιπόν, ο εργαζόμενος να ζητήσει, στην περίπτωση αυτή, την πρόσθετη αποζημίωση, προϋποτίθεται πως δεν μπορεί να ζητά, ταυτόχρονα, την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (λ.χ. επαναπασχόληση και μισθούς υπερημερίας).

 

Το δίκαιο της καταγγελίας της σύβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκσυγχρονίζεται και εξορθολογίζεται.

Κινείται, ήδη, προς την κατεύθυνση της αποφυγής χρονοβόρων και κοστοβόρων διαδικασιών, προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης του σημαντικού φόρτου των υποθέσεων που απασχολούν τα δικαστήρια, προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης των επιχειρήσεων και της διευκόλυνσης των εργαζομένων.

Κινείται, εν τέλει, προς όφελος της πραγματικής οικονομίας.

Τα (θετικά) αποτελέσματα, σύντομα, θα αρχίσουν να διαφαίνονται.

Το δίχως άλλο.-

Σταύρος Κουμεντάκης
Managing Partner

 

Υ.Γ. Συνοπτική έκδοση του άρθρου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στις 21 Νοεμβρίου 2021.

 

Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά (ούτε και έχει σκοπό να αποτελέσει) νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδιο δικηγόρο ο οποίος θα λάβει υπόψη του το σύνολο των δεδομένων που θα του εκθέσετε για την υπόθεσή σας. Αναλυτικά.

0

You May Also Like