Η κατάργηση του «βασίμου λόγου»

Η κατάργηση του «βασίμου λόγου»

Η Καταγγελία Της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας Αορίστου Χρόνου: Η κατάργηση του «βασίμου λόγου»

1. Προοίμιο

Το δοκίμιο “Vom Kriege” (:Περί Πολέμου), στο οποίο αναλύεται η εξέλιξη της θεωρίας, στρατηγικής, τακτικής και φιλοσοφίας του πολέμου δεν είναι σύγχρονο. Διδάσκεται εντούτοις, ακόμα και σήμερα – εκατόν ογδόντα οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του (Πρώσου στρατιωτικού και συγγραφέα Carl Philipp Gottlieb von Clausewitz), σε στρατιωτικές ακαδημίες, σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και σχολές μάρκετινγκ.

Μάλλον θα πρέπει να διδάσκεται, αν δεν διδάσκεται ήδη, και στις κομματικές ακαδημίες.

 «Το βασικό στον αιφνιδιασμό είναι η αστραπιαία ταχύτητα με μυστικότητα» διακήρυττε ο Clausewitz.

Σε μια τέτοια κίνηση απόλυτου (ευχάριστου για κάποιους και δυσάρεστου για κάποιους άλλους) αιφνιδιασμού παραπέμπει η κατατεθείσα στη Βουλή των Ελλήνων την 8η Αυγούστου (και ψηφισθείσα εν τέλει) τροπολογία με μια μεγάλη, απολύτως ευδιάκριτη, σφραγίδα «ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟΣ»-επάνω δεξιά: η τροπολογία που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την κατάργηση του (περιβόητου ήδη) «βασίμου λόγου».

 

2. Η προβληματική και τα προβλήματα από τη θέσπιση του «βασίμου λόγου»

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας καταγράφηκαν τα δεδομένα που προέκυπταν από τη θέσπιση (με το άρθρο 48 του ν. 4611/2019) της ύπαρξης του «βασίμου λόγου» ως προϋπόθεση της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τις διαφοροποιήσεις σε σχέση με το προϋφιστάμενο καθεστώς και τους κινδύνους που δημιουργούνταν από τη θέσπισή του. Οι διατυπωθείσες επιφυλάξεις του γράφοντος δεν ήταν οι μοναδικές για τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση ούτε και ήσσονος σημασίας και βαρύτητας οι σε βάρος της αντιδράσεις από μέρους της επιχειρηματικής και επιστημονικής κοινότητας. Στο βραχύ βίο της σχετικής διάταξης δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν οι διατυπωθείσες επιφυλάξεις. Επιπρόσθετα: οι σε βάρος της αντιδράσεις αποδείχθηκαν δικαιολογημένες. Η επιβολή της επίκλησης και του βάρους απόδειξης στον εργοδότη όσον αφορά την ύπαρξη «βασίμου λόγου» στην καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, άρχισε να τροφοδοτεί τις (ενίοτε στερούμενες νομιμότητας και ηθικής) προσδοκίες των κακοπροαίρετων.

Μετά την διαδικασία της απόλυσης του εργαζομένου και πριν την έγερση αγωγής ακολουθεί, συνήθως η εμπλοκή του νομικού παραστάτη καθώς και διερευνητική διαδικασία ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας. Σ’ αυτά τα ενδιάμεσα στάδια αποδείχθηκε, ήδη, η ορθότητα των διατυπωθεισών εντάσεων και εκδηλωθεισών αντιδράσεων όσον αφορά τη θέσπιση του «βασίμου λόγου».

Φαίνεται όμως πως η θέσπιση του «βασίμου λόγου» επηρέασε αρνητικά και την αγορά εργασίας: Το ισοζύγιο εργασίας (προσλήψεις-απολύσεις) απεδείχθη αρνητικό κατά τον παρελθόντα μήνα (Ιούλιο) με απώλεια 14.691 θέσεων εργασίας (σημειώνεται ότι η έναρξη της ισχύος της θέσπισης του «βασίμου λόγου» έλαβε χώρα στις 17.5.2019-ΦΕΚ τ. Α 73/17.5.2019)

Η διάταξη αυτή αποδείχθηκε πολλαπλώς προβληματική καθώς προέκυπταν ως δεδομένα:

(α) Ο στιγματισμός του εργαζόμενου με οποιαδήποτε από τις επιλογές  «βασίμου λόγου» τις σχετικές με τη «συμπεριφορά» ή τις «ικανότητες» του σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του

(β) Η επιφυλακτικότητα των εργοδοτών να συνάπτουν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (γεγονός που αποτυπώθηκε στη δημιουργία αρνητικού ισοζυγίου στη σχέση προσλήψεις-απολύσεις)

(γ) Η επιλογή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (που στη λήξη τους δεν απαιτείτο οποιοσδήποτε «βάσιμος» λόγος) και

(δ) Η δημιουργία (ηθικά κατακριτέων) προσδοκιών στους εκ των απολυθέντων εργαζομένων κακόπιστους και τους νομικούς παραστάτες τους και, κατ’ ακολουθία, η διόγκωση των σχετικών εξωδίκων και δικαστικών αντιπαραθέσεων.

Ανεξάρτητα πάντως από την πολεμική που δέχθηκε η συγκεκριμένη διάταξη δεν προσδοκούσαμε, είναι αλήθεια, πως τα αντανακλαστικά της Πολιτείας θα ήταν τόσο γρήγορα. Η κατάργηση του «βασίμου λόγου» αποτέλεσε, κατά τα προαναφερθέντα κίνηση απόλυτου αιφνιδιασμού. Για πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, μια απολύτως ευχάριστη έκπληξη (όπως εξάλλου και η άρση της απολύτως προβληματικής-αλληλέγγυας ευθύνης του αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου καθώς και η κατάργηση της αναστολής των αποσβεστικών προθεσμιών που συναρτώνται με την άσκηση δικαιωμάτων των εργαζομένων) και στοιχείο επιστροφής στην «κανονικότητα».

 

3. Ποιο όμως το περιεχόμενο του «βασίμου λόγου»;

Υπενθυμίζεται πως με τη διάταξη του άρθρου 48 του ν. 4611/2019 αντικαταστάθηκε, με άμεση εφαρμογή, το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α’ 98) ως εξής:

«3. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016 (Α΄5), έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ν ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ). μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Σε περίπτωση αμφισβήτησης το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων έγκυρης καταγγελίας φέρει ο εργοδότης»

Επομένως: αυτό που η συγκεκριμένη διάταξη απαιτούσε (προκειμένου  να είναι έγκυρη, από 17.5.2019 και εντεύθεν, η καταγγελία μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) ήταν η ύπαρξη «βασίμου λόγου». Τον συγκεκριμένο μάλιστα λόγο υποχρεούτο (:Εγγρ. 26100/98/7.6.3019 Υπ. Εργασίας, Κοιν. Ασφαλ. και Κοιν. Αλληλεγγύης)  να καταγράψει στη σχετική φόρμα καταγγελίας που καταχωρούσε στο ΕΡΓΑΝΗ ο καταγγέλλων εργοδότης, επιλέγοντας έναν από τους τρεις, περιοριστικά αναφερόμενους, «βασίμους λόγους»:

(α) Ικανότητα εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας,

(β)  Συμπεριφορά του εργαζομένου και

(γ)  Λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης

Αξιοσημείωτο είναι πως ο εργοδότης δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη συγκεκριμένη επιλογή ούτε όμως (και το σημαντικότερο) να επιλέξει συνδυασμό περισσοτέρων.

 

4. Τι συνέβαινε με το προϋφιστάμενο, της 17.5.2019, δίκαιο;

Με το προϋφιστάμενο, μέχρι την 17.5.2019, νομοθετικό πλαίσιο ο εργοδότης είχε το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχοντας ως βασική του υποχρέωση την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως. Όταν ο εργαζόμενος θεωρούσε πως το συγκεκριμένο δικαίωμα του εργοδότη ασκείται καταχρηστικά, προσέφευγε στα αρμόδια δικαστήρια: εκεί όμως ο ίδιος ο εργαζόμενος είχε την ευθύνη και το βάρος της απόδειξης της καταχρηστικότητας της απόλυσής του.

Με την επίμαχη ρύθμιση (της θέσπισης του «βασίμου λόγου») ο εργοδότης ήταν εκείνος που υποχρεούτο και να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της έγκυρης καταγγελίας, επομένως και την ύπαρξή του (του «βασίμου λόγου»).

 

5. Το Άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη

Η θέσπιση της ύπαρξης βασίμου λόγου ως στοιχείο της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου βασίσθηκε, κατά την αιτιολογική έκθεση της καταργηθείσας διάταξης, στο άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη το οποίο αναφέρει:

«Με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, τα μέρη αναλαμβάνουν να αναγνωρίζουν: α. το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας, β. το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση. Για αυτόν το σκοπό τα μέρη αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν ότι ο εργαζόμενος, που θεωρεί ότι η σχέση εργασίας του έχει λυθεί χωρίς βάσιμο λόγο, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε αμερόληπτο όργανο».

Για τη φύση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, το περιεχόμενο του άρθρου 24 αυτού και του «βασίμου λόγου» αλλά και τη με βάση τη δεδομένη νομοθετική ρύθμιση (:άρθρο 48 του ν. 4611/2019) προβλεπόμενη στάση των δικαστηρίων, αναλυτικά στην προγενέστερη, σχετική, αρθογραφία μας.

 

6. Η αιτιολογική έκθεση για την κατάργηση του «βασίμου λόγου»

Η αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας για την κατάθεση του «βασίμου» λόγου υιοθετεί, όπως είναι φυσικό, συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η επίκληση στοιχείων της μείζονος σκέψης της 1512/2018 απόφασης του ΑΠ.

6.1. Οι επικαλούμενες παραδοχές της απόφασης 1512/2018 του Αρείου Πάγου

Η αιτιολογική έκθεση επικαλείται συγκεκριμένα τμήματα της εν λόγω απόφασης του Ανώτατου Ακυρωτικού. Συγκεκριμένα:

«1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

  1. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20-1-2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Πράγματι, είναι αληθές ότι με το άρθρο 24 στοιχείο α’ του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται «το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας». Περαιτέρω, όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β’ του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται».

6.2. Οι (μη) επικαλούμενες παραδοχές της απόφασης 1512/2018 του Αρείου Πάγου

Η ίδια όμως απόφαση του ΑΠ συνεχίζει:

«..Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται από παλιά στο εσωτερικό δίκαιο (….) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι’ αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο».

6.3. Συμπεράσματα

Ανεξάρτητα από τις όποιες επιφυλάξεις και κριτική θα ήταν δυνατό σε θεωρητικό επίπεδο να διατυπωθούν όσον αφορά τις παραδοχές της συγκεκριμένης απόφασης του ΑΠ, το ανώτατο ακυρωτικό της χώρας μας κάνει αποδεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα δεδομένα:

(α) Η καταγγελία τη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη

(β) όταν το δικαίωμα του εργοδότη για την απόλυση εργαζομένου ασκείται  καταχρηστικά (γεγονός το οποίο οφείλει να αποδείξει ο εργαζόμενος), η σχετική καταγγελία είναι άκυρη.

(γ) η κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη δεν διαφοροποιεί τα προϋφιστάμενα στη χώρα μας νομικά δεδομένα καθώς «ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται». Επομένως, συνεχίζει, «θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής …το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο»

Με βάση τις συγκεκριμένες παραδοχές, η εν λόγω απόφαση του ΑΠ κάνει αποδεκτό πως το προϋφιστάμενο της θέσπισης του «βασίμου λόγου» νομοθετικό καθεστώς, ήταν απολύτως επαρκές σε σχέση με τις κατευθύνσεις του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικό Χάρτη.

 

7. Η αναδρομικότητα της κατάργησης του «βασίμου λόγου»

Με βάση τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 2α ν. 4623/2119 (ΦΕΚ τ. Α 134/9.8.2019) προβλέπεται πως η (και κατά την άποψή μας προβληματική) διάταξη του άρθρου 48 ν. 4611/2019 «καταργείται αφότου ίσχυσε» καθώς και ότι, εκ περισσού, «Δεν θίγονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει και του ν. 3198/1955 όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016 (A ́ 5)».

Ως προς το θέμα της αναδρομικότητας της κατάργησης της υποχρέωσης επίκλησης «βασίμου λόγου» (σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και του βάρους της απόδειξης τη συνδρομής του στο πρόσωπο του καταγγέλλοντα εργοδότη) φαίνεται πως, παρ’ ότι ετέθη, δεν υπάρχει οποιοδήποτε  πρόβλημα αντισυνταγματικότητας. Τόσο η θεωρία όσο και η νομολογία (και σε επίπεδο ανωτάτων ακυρωτικών δικαστηρίων-ΑΠ & ΣτΕ) ταυτίζονται όσον αφορά τη δυνατότητα θέσπισης αναδρομικού νόμου-εφόσον βέβαια δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα. Κι εδώ δεν θίγονται.  (Εκ περισσού βέβαια να σημειωθεί πως θα ετίθετο θέμα αντισυνταγματικότητας εφόσον προσεδίδετο αναδρομική ισχύς σε φορολογικό, ποινικό ή ψευδοερμηνευτικό νόμο).

Ως προς το θέμα της επιβεβαιώσεως της ισχύος των διατάξεων του ν. 2112/1920, 3198/1955 και του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, η αναφορά γίνεται εκ περισσού. Στο πλαίσιο αυτό στην Έκθεση Συνεπειών Ρυθμίσεων (τη συνοδευτική της τροπολογίας) αναφέρεται: «Με την κατάργηση των ανωτέρω διατάξεων διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, η εργασιακή ειρήνη, οι προσλήψεις και οι θέσεις εργασίας, αποτρέποντας τη σύγχυση, εξασφαλίζοντας περαιτέρω την ανάπτυξη και αποκαθιστώντας την κανονικότητα στην αγορά εργασίας, σύμφωνα πάντα με τον Ευρωπαϊκό και Εθνικό νομοθέτη και την νομολογία του Εθνικού Δικαστή».

 

8. Εν κατακλείδι

Η επιβολή της ύπαρξης κι επίκλησης «βασίμου λόγου» όσον αφορά τη νομιμότητα της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπήρξε πολυεπίπεδα προβληματική. Αντίστοιχα και η επιβολή στον καταγγέλλοντα εργοδότη του βάρους της απόδειξης της συνδρομής του. Τα δεδομένα που αποδεικνύουν «του λόγου το αληθές» ανεδείχθησαν ήδη, στο βραχύ βίο της καταργηθείσας ήδη σχετικής διάταξης, σε επιστημονικό, επιχειρηματικό, κοινωνικό, οικονομικό και εργασιακό επίπεδα.

Η απολύτως (με όρους Clausewitz) αιφνιδιαστική, εισαγωγή προς ψήφιση της τροπολογίας για την άρση του «βασίμου λόγου» καθόλου δεν μειώνουν την παρούσα και μελλοντική αξία της κατάργησής του.

Τα θετικά αποτελέσματα της συγκεκριμένης κατάργησης (και της επιστροφής στο πολυεπίπεδα δοκιμασμένο αλλά και υγιές νομοθετικό πλαίσιο και περιβάλλον) μετά βεβαιότητας θα διαφανούν στο αμέσως προσεχές διάστημα. Και σε επίπεδο απασχολησιμότητας.

stavros-koumentakis

Σταύρος Κουμεντάκης
Senior Partner

Υ.Γ. Συνοπτική έκδοση αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στις 18 Αυγούστου 2019.

0

Δείτε επίσης