Εταιρικοί μετασχηματισμοί: βασικές έννοιες, μορφές & νομοθετικό πλαίσιο
Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, όπου η ένταση του ανταγωνισμού, οι διαρκείς ανακατατάξεις στην αγορά και η ανάγκη ενίσχυσης της βιωσιμότητας επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία των επιχειρήσεων, οι εταιρικοί μετασχηματισμοί αποτελούν βασικό εργαλείο στρατηγικής ανάπτυξης, προσαρμογής και, ενίοτε, βιωσιμότητας. Μέσω αυτών, μία εταιρεία μπορεί να αναδιοργανώσει τη δομή της, να επεκτείνει τη δραστηριότητά της, να εξυγιάνει την περιουσιακή ή κεφαλαιακή της διάρθρωση και να επιδιώξει αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των επιχειρηματικών της δυνατοτήτων, χωρίς να διακόπτεται η επιχειρηματική της δράση και συνέχεια.
Έννοια και σκοπός των εταιρικών μετασχηματισμών
Ως εταιρικοί μετασχηματισμοί νοούνται νομικές πράξεις και διαδικασίες (που διέπονται από τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις), μέσω των οποίων μεταβάλλεται η νομική ή οργανωτική υπόσταση ενός εταιρικού φορέα άσκησης επιχείρησης δίχως, κατά κανόνα, να απαιτείται λύση και εκκαθάρισή του˙ κι ούτε, επίσης, να απαιτείται αυτοτελής μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων με τους κανόνες της ειδικής διαδοχής. Πρόκειται, συνεπώς, για μηχανισμούς αναδιάρθρωσης, που υπηρετούν τη συνέχεια της επιχείρησης υπό νέο οργανωτικό ή νομικό σχήμα.
Οι λόγοι που οδηγούν μία εταιρεία στην επιλογή ενός μετασχηματισμού είναι πολλαπλοί και συνδέονται με οικονομικούς, οργανωτικούς και στρατηγικούς στόχους. Ενδεικτικά, περιλαμβάνουν την αναδιάρθρωση χρεών ή κεφαλαίων, την εξυγίανση, την προσέλκυση επενδύσεων, την επέκταση σε νέες αγορές, τον περιορισμό του επιχειρησιακού κινδύνου, τη βελτιστοποίηση της φορολογικής επιβάρυνσης αλλά και την αναδιοργάνωση της εταιρικής δομής. Ορισμένες φορές, μάλιστα, το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο καθιστά τον μετασχηματισμό αναγκαίο (ή τουλάχιστον) λειτουργικά πρόσφορο), όταν η αξιοποίηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων συνδέεται με συγκεκριμένο εταιρικό τύπο.
Το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς
Μέχρι τη θέση σε ισχύ του βασικού σχετικού νόμου (ν. 4601/2019), οι εταιρικοί μετασχηματισμοί δεν αποτελούσαν αντικείμενο ενιαίας και συστηματικής ρύθμισης. Οι σχετικές διατάξεις ήταν διάσπαρτες σε επιμέρους νομοθετήματα του εταιρικού και φορολογικού δικαίου, τα οποία ρύθμιζαν συγκεκριμένες μόνον εκφάνσεις μετασχηματισμών και αφορούσαν περιορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων. Η εικόνα αυτή δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου, ερμηνευτικές δυσχέρειες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανάγκη καταφυγής σε μηχανισμούς του κοινού δικαίου για την επίτευξη αποτελεσμάτων που θα έπρεπε να καλύπτονται από ένα ειδικό και συνεκτικό πλαίσιο.
Ο πρόσφατος, σχετικός, νόμος αποτέλεσε απάντηση στην ανάγκη εξορθολογισμού του προϊσχύσαντος καθεστώτος, το οποίο χαρακτηριζόταν από ελλείψεις, πλημμέλειες, ασάφειες και αντιφατικές ερμηνείες. Παράλληλα, κατέστησε σαφέστερη τη σχέση του δικαίου των μετασχηματισμών με το φορολογικό δίκαιο, διαχωρίζοντας το εταιρικό ρυθμιστικό πλαίσιο από τα ειδικά φορολογικά κίνητρα που συνοδεύουν συχνά έναν μετασχηματισμό.
Ο ν. 4601/2019: ένα ενιαίο και συστηματικό πλαίσιο
Με τον συγκεκριμένο νόμο εισήχθη για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ένα ολοκληρωμένο και συστηματικό πλαίσιο ρύθμισης των εταιρικών μετασχηματισμών. Ο εν λόγω νόμος συστηματοποίησε το προϊσχύσαν κατακερματισμένο καθεστώς, διεύρυνε το πεδίο των επιτρεπόμενων μετασχηματισμών και καθιέρωσε ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο διαδικασιών με κοινά, βασικά, χαρακτηριστικά. Παράλληλα, ενίσχυσε την προστασία των εταίρων, των πιστωτών και των εργαζομένων. Υπό αυτή την έννοια, υπηρετεί τρεις βασικούς δικαιοπολιτικούς στόχους: τη διευκόλυνση των μετασχηματισμών, την ενιαία αντιμετώπιση των σχετικών διαδικασιών και την εξισορρόπηση των συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων.
Ως προς τη δομή του, ο νόμος διαρθρώνεται σε πέντε μέρη: το εισαγωγικό μέρος, τις μεταβατικές διατάξεις και τρία διακριτά μέρη, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε μία από τις τρεις βασικές μορφές μετασχηματισμού: τη συγχώνευση, τη διάσπαση και τη μετατροπή. Τα μέρη περί μετασχηματισμών υποδιαιρούνται περαιτέρω σε επιμέρους κεφάλαια, εκ των οποίων το πρώτο περιλαμβάνει γενικές ρυθμίσεις, κοινές για όλους τους εταιρικούς τύπους, ενώ το δεύτερο προβλέπει ειδικότερες διατάξεις και εξαιρέσεις ανάλογα με τη μορφή των εταιρειών που συμμετέχουν στον μετασχηματισμό. Βασικό σημείο αναφοράς για τη νομοθετική αυτή επιλογή υπήρξε και η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132, η οποία συνέβαλε στη διαμόρφωση των προβλεπόμενων διαδικασιών και στη συμμόρφωση του εθνικού πλαισίου με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Είδη εταιρικών μετασχηματισμών του ν. 4601/2019 (Άρ. 1)
Με το άρ. 1 οριοθετείται το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4601/2019. Τα μέρη δεν μπορούν να δημιουργήσουν άλλη μορφή μετασχηματισμού, που να διέπεται από τον νόμο αυτόν. Οι μορφές εταιρικών μετασχηματισμών που προβλέπονται είναι τρεις: η συγχώνευση, η διάσπαση και η μετατροπή.
Με τη συγχώνευση (άρ. 6-53), μία υφιστάμενη ή νεοϊδρυόμενη εταιρεία αποκτά, με καθολική διαδοχή, το σύνολο της περιουσίας άλλων εταιρειών, οι οποίες λύονται χωρίς εκκαθάριση. Η συγχώνευση μπορεί να λάβει χώρα είτε με απορρόφηση από υφιστάμενη είτε με σύσταση νέας εταιρείας.
Με τη διάσπαση (άρ. 54-103), η περιουσία μιας εταιρείας μεταβιβάζεται επίσης με καθολική διαδοχή, χωρίς, σε ορισμένες περιπτώσεις, λύση της και χωρίς εκκαθάριση, σε δύο τουλάχιστον υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες εταιρείες. Ο νόμος προβλέπει τρία είδη διάσπασης, ήτοι την κοινή διάσπαση, τη μερική διάσπαση και την απόσχιση κλάδου, ενώ η διαδικασία μπορεί να λάβει χώρα με απορρόφηση από υφιστάμενη, με σύσταση νέας εταιρείας ή με συνδυασμό απορρόφησης και σύστασης νέας εταιρείας.
Η μετατροπή (άρ. 104-139), συνίσταται στην αλλαγή της νομικής μορφής μιας εταιρείας σε άλλη, με παράλληλη διατήρηση της νομικής της προσωπικότητας. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για διακοπή της νομικής συνέχειας αλλά για συνέχισή της υπό διαφορετικό εταιρικό τύπο.
Υποκείμενα εταιρικών μετασχηματισμών (Άρ. 2)
Ο νομοθέτης απαριθμεί περιοριστικά (στο άρ. 2) δέκα (10) εταιρικούς τύπους που μπορούν να συμμετέχουν στα προβλεπόμενα είδη μετασχηματισμών. Πρόκειται για την Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.), την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.), την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.), την Ομόρρυθμη Εταιρεία (Ο.Ε.), την Ετερόρρυθμη Εταιρεία (Ε.Ε.), τους αστικούς συνεταιρισμούς, τις ετερόρρυθμες εταιρείες κατά μετοχές, τις κοινοπραξίες, τις ευρωπαϊκές εταιρείες (SE) και τις ευρωπαϊκές συνεταιριστικές εταιρείες. Η ρύθμιση καταλαμβάνει, επομένως, τη συντριπτική πλειονότητα των νομικών προσώπων με εμπορική δραστηριότητα, χωρίς περιορισμούς μεγέθους ή άλλων ποσοτικών κριτηρίων.
Καθίσταται, συνεπώς, σαφής η πρόθεση διεύρυνσης του μέχρι πρότινος «κλειστού αριθμού» των επιτρεπτών μετασχηματισμών, μέσω της δυνατότητας συμμετοχής ευρύτερου φάσματος εταιρικών τύπων.
Οι εταιρείες αυτές υπάγονται στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, εφόσον έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα (άρ. 1 §1). Ο νόμος περιορίζεται σε γενική αναφορά στην «έδρα», ενώ γίνεται δεκτό ότι εν προκειμένω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η καταστατική έδρα.
Ένας μετασχηματισμός μπορεί να λάβει χώρα με τη συμμετοχή εταιρειών της ίδιας ή διαφορετικής μορφής, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι όλες οι προβλεπόμενες εταιρικές μορφές διαθέτουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε έναν μετασχηματισμό με οποιαδήποτε ιδιότητα: ως συγχωνευόμενες, διασπώμενες, απορροφώμενες, απορροφώσες, εισφέρουσες, επωφελούμενες, συνιστώμενες ή μετατρεπόμενες.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στη διαδικασία μετασχηματισμού μπορούν να συμμετέχουν (υπό προϋποθέσεις-αρ. 3) και εταιρείες που έχουν λυθεί.
Μορφές μετασχηματισμών που δεν καλύπτονται από το ν. 4601/2019
Παρά την αξιοσημείωτη διεύρυνση των επιτρεπόμενων περιπτώσεων, από το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4601/2019 εξαιρούνται συγκεκριμένοι μετασχηματισμοί. Συγκεκριμένα: μετασχηματισμοί στους οποίους μετέχουν ατομικές επιχειρήσεις, ενώσεις προσώπων που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα ή εμπορική ιδιότητα ή δεν είναι καταχωρισμένες στο Γ.Ε.ΜΗ., όπως η συμπλοιοκτησία, η αφανής εταιρεία και η αστική εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα. Από την προϋπόθεση της νομικής προσωπικότητας εξαιρούνται μόνον οι κοινοπραξίες που ασκούν εμπορική δραστηριότητα και αντιμετωπίζονται ως ομόρρυθμες εταιρείες.
Περαιτέρω, αν και διαθέτουν εμπορική ιδιότητα, εξαιρούνται τρεις ακόμη κατηγορίες νομικών προσώπων: η ναυτική εταιρεία, η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (Ν.Ε.Π.Α.) και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί. Εκτός του πλαισίου του ν. 4601/2019, παραμένουν επίσης οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί καθώς και ειδικές περιπτώσεις που ρυθμίζονται από ιδιαίτερα καθεστώτα, όπως οι μηχανισμοί εξυγίανσης.
Άλλες μορφές εταιρικών μετασχηματισμών, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο αντικειμενικό ή στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4601/2019, επιτρέπονται μόνον εφόσον ρυθμίζονται από ειδικότερες νομοθετικές διατάξεις. Ελλείψει ειδικής πρόβλεψης, τα αποτελέσματα ενός μετασχηματισμού μπορούν να επιδιωχθούν μέσω των λεγόμενων «καταχρηστικών μετασχηματισμών», δηλαδή με συνδυασμό πράξεων του κοινού εταιρικού δικαίου, όπως λύση και εκκαθάριση, διανομή περιουσίας, ίδρυση νέας εταιρείας ή εισφορά περιουσιακών στοιχείων. Οι λύσεις αυτές επιτυγχάνουν παρεμφερές οικονομικό αποτέλεσμα, αλλά συνοδεύονται συχνά από αυξημένο κόστος, πολυπλοκότητα και ανασφάλεια. Δεν είναι, επομένως, προτιμητέες αλλά, ενίοτε, αναγκαίες.
Η σχέση με το φορολογικό δίκαιο
Το δίκαιο των μετασχηματισμών συνδέεται στενά με το φορολογικό δίκαιο καθώς ο φορολογικός νομοθέτης προβλέπει κίνητρα και απαλλαγές για την πραγματοποίησή τους. Η σύνδεση αυτή είναι πρακτικά κρίσιμη, χωρίς όμως να αναιρεί ότι το επιτρεπτό, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα αποτελέσματα ενός μετασχηματισμού εδράζονται πρωτίστως στο εταιρικό δίκαιο.
Μέχρι πρόσφατα, το νομοθετικό πλαίσιο που αφορούσε τη φορολογική αντιμετώπιση των μετασχηματισμών αποτελούνταν από περισσότερα νομοθετήματα, όπως το ν.δ. 1297/1972, ο ν. 2166/1993, ο ν. 4172/2013 και ο ν. 4935/2022. Η πολυδιάσπαση αυτή δημιουργούσε αβεβαιότητα και ερμηνευτικές δυσχέρειες. Έτσι, με τον ν. 5162/2024 επιχειρήθηκε η επικαιροποίηση και ενοποίηση του φορολογικού καθεστώτος και η ευθυγράμμισή του με τον ν. 4601/2019.
Σήμερα, το βασικό νομοθετικό πλαίσιο της φορολογικής αντιμετώπισης των εταιρικών μετασχηματισμών συγκροτείται κυρίως από τους ν. 4935/2022 και 5162/2024. Η εφαρμογή του νόμου από τον οποίο αντλούνται τα αντίστοιχα φορολογικά ευεργετήματα πρέπει να μνημονεύεται ρητά στο σχετικό σχέδιο σύμβασης μετασχηματισμού.
Ως προς τη σχέση του ν. 4601/2019 με τις διατάξεις φορολογικού ή αναπτυξιακού περιεχομένου, πρέπει να γίνει η εξής βασική διάκριση:
(α) Για τους μετασχηματισμούς που αναφέρονται σε διατάξεις φορολογικών νόμων και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4601/2019, ισχύουν, ως προς τις φορολογικές τους ρυθμίσεις, οι διατάξεις των νόμων αυτών. Όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία πραγματοποίησης και τα αποτελέσματα των μετασχηματισμών αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4601/2019.
(β) Για τους μετασχηματισμούς που αναφέρονται σε διατάξεις φορολογικών νόμων και δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4601/2019, εφαρμόζονται, όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία πραγματοποίησης και τα αποτελέσματά τους, οι διατάξεις της οικείας εταιρικής νομοθεσίας.
Οι εταιρικοί μετασχηματισμοί συνιστούν σημαντικό εργαλείο για τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο της στρατηγικής ανάπτυξής τους, της προσαρμογής και, ενίοτε, της βιωσιμότητάς τους. Διέπονται, κατά κανόνα, από ευνοϊκές ρυθμίσεις (μεταξύ των και φορολογικές) το πλαίσιο των οποίων συνδράμει την επίτευξη των των επιμέρους στόχων˙ προεχόντως στρατηγικών, οικονομικών και οργανωτικών. Για τα (αξιομνημόνευτα και απολύτως σημαντικά) business κίνητρα επιλογής των εταιρικών μετασχηματισμών, σε επόμενη αρθρογραφία μας.-
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο-με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού-σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).
