Κοινή διάσπαση εταιρειών
(αρ. 55 ν. 4601/2019)
Σε προηγούμενο άρθρο εξετάσαμε την έννοια, τις μορφές και τα βασικά στάδια της διάσπασης εταιρειών. Η κοινή διάσπαση, που μας απασχολεί εδώ, χαρακτηρίζεται από τη λύση της διασπώμενης εταιρείας χωρίς εκκαθάριση. Το σύνολο της περιουσίας της μεταβιβάζεται σε δύο ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες, κατά κανόνα με απόδοση συμμετοχών στους μετόχους ή εταίρους της. Εξετάζουμε τα βασικά χαρακτηριστικά και τις έννομες συνέπειές της, με έμφαση στην κατανομή της περιουσίας και στην προστασία όσων επηρεάζονται.
Έννοια και βασικά χαρακτηριστικά
Κεντρικό χαρακτηριστικό της κοινής διάσπασης είναι η λύση της διασπώμενης εταιρείας χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση. Η εταιρεία παύει να υφίσταται, ενώ η περιουσία της κατανέμεται σε δύο ή περισσότερες υφιστάμενες ή νέες εταιρείες. Στη μερική διάσπαση και στην απόσχιση κλάδου, αντίθετα, η διασπώμενη εταιρεία διατηρείται (αρ. 55–57 ν. 4601/2019).
Η μεταβίβαση αφορά το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της διασπώμενης εταιρείας. Οι μέτοχοι ή εταίροι αποκτούν, κατά κανόνα, εταιρικές συμμετοχές στις επωφελούμενες και, ενδεχομένως, συμπληρωματικό χρηματικό ποσό. Στην απόσχιση κλάδου, οι συμμετοχές αποδίδονται στην ίδια τη διασπώμενη εταιρεία (αρ. 57 ν. 4601/2019).
Λύση της διασπώμενης εταιρείας και καθολική διαδοχή
Η παράλειψη της εκκαθάρισης συνδέεται με τον ίδιο τον μηχανισμό της διάσπασης. Η περιουσία δεν ρευστοποιείται για να διανεμηθεί στους μετόχους ή εταίρους, αλλά μεταβιβάζεται στις επωφελούμενες εταιρείες στο πλαίσιο του μετασχηματισμού.
Η μεταβίβαση πραγματοποιείται με καθολική διαδοχή, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπει η σύμβαση ή η πράξη διάσπασης. Δεν απαιτείται χωριστή μεταβιβαστική πράξη για κάθε στοιχείο. Διατηρούνται, όμως, οι ειδικές νόμιμες διατυπώσεις, όπως οι αναγκαίες κτηματολογικές καταχωρίσεις (αρ. 70 παρ. 4 ν. 4601/2019).
Η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει το σύνολο των έννομων σχέσεων της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, περιλαμβανομένων των σχετικών διοικητικών αδειών (αρ. 70 παρ. 2 περ. α΄ ν. 4601/2019). Περιλαμβάνει καταρχήν και προσωποπαγείς συμβατικές σχέσεις, με αναγκαίο έλεγχο ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων και ενδεχόμενων δικαιωμάτων καταγγελίας. Οι ρήτρες κρίσιμων συμβάσεων και οι όροι συνέχισης των αδειών πρέπει να εξετάζονται πριν οριστικοποιηθεί ο σχεδιασμός.
Η διαδοχή δεν παρακάμπτει την ειδική προστασία των εργαζομένων (αρ. 64 ν. 4601/2019). Όπου εφαρμόζονται οι κανόνες μεταβίβασης επιχείρησης, ελέγχονται η διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων και οι υποχρεώσεις ενημέρωσης και διαβούλευσης.
Η κατανομή της περιουσίας
Από πλευράς εταιρικού δικαίου, στην κοινή διάσπαση δεν απαιτείται κάθε μεταβιβαζόμενο σύνολο να αποτελεί αυτοτελή κλάδο δραστηριότητας (αρ. 55 ν. 4601/2019). Τα επιμέρους στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού μπορούν να κατανεμηθούν ανάλογα με τον σχεδιασμό του μετασχηματισμού. Η ευχέρεια αυτή περιορίζεται από τους κανόνες προστασίας εταίρων και πιστωτών και τις απαιτήσεις της εταιρικής μορφής που επιλέγεται. Η φορολογική μεταχείριση και οι προϋποθέσεις τυχόν ευεργετημάτων ελέγχονται αυτοτελώς.
Από την πλευρά κάθε επωφελούμενης εταιρείας, η διαδοχή αφορά το τμήμα της περιουσίας που της έχει κατανεμηθεί. Το σχέδιο καταγράφει με ακρίβεια τα στοιχεία του ενεργητικού και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης και προσδιορίζει την κατανομή τους (αρ. 59 παρ. 2 περ. η΄ ν. 4601/2019). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε εκκρεμείς απαιτήσεις, εγγυήσεις και ενδεχόμενες υποχρεώσεις, ώστε να αποφεύγονται διαφορές για τον υπόχρεο φορέα.
Αν κάποιο στοιχείο δεν κατανεμηθεί και η ερμηνεία του σχεδίου δεν καλύπτει την παράλειψη, εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες. Τα στοιχεία ενεργητικού ή η αξία τους κατανέμονται αναλογικά προς την καθαρή θέση της περιουσίας που εισφέρεται σε κάθε επωφελούμενη. Για μη κατανεμημένες υποχρεώσεις, όλες οι επωφελούμενες ευθύνονται εις ολόκληρον. Καθεμία ευθύνεται μέχρι το ύψος της καθαρής θέσης της περιουσίας που εισφέρεται σε αυτήν (αρ. 59 παρ. 3 ν. 4601/2019).
Η προστασία των πιστωτών
Οι πιστωτές με μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από τη δημοσιότητα του σχεδίου μπορούν να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις. Το αίτημα υποβάλλεται εντός τριάντα ημερών από την καταχώριση και δημοσίευση του σχεδίου στο Γ.Ε.ΜΗ. Πρέπει να αποδεικνύουν ότι η οικονομική κατάσταση των εταιρειών εξαιτίας της διάσπασης καθιστά τις εγγυήσεις αναγκαίες και ότι δεν διαθέτουν ήδη τέτοιες εγγυήσεις. Εντός της ίδιας προθεσμίας ασκείται η σχετική αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (αρ. 60 και αρ. 65 παρ. 1 και 3 ν. 4601/2019).
Αν ο πιστωτής δεν ικανοποιηθεί από την επωφελούμενη που ανέλαβε το χρέος, ευθύνονται εις ολόκληρον και οι λοιπές επωφελούμενες. Αυτό συμβαίνει ιδίως μετά από άκαρπη εκτέλεση ή πτώχευση της υπόχρεης. Η ευθύνη καθεμίας από τις λοιπές επωφελούμενες περιορίζεται στο ύψος της καθαρής θέσης της περιουσίας που έλαβε. Οι αξιώσεις από αυτή την πρόσθετη ευθύνη παραγράφονται σε πέντε έτη από τη συντέλεση (αρ. 65 παρ. 4 ν. 4601/2019). Συνεπώς, η διάσπαση δεν εξασφαλίζει πλήρη απομόνωση χρεών μεταξύ των επωφελούμενων εταιρειών.
Η θέση των μετόχων ή εταίρων
Με τη συντέλεση της διάσπασης, οι συμμετοχές στη διασπώμενη εταιρεία παύουν να υφίστανται. Οι μέτοχοι ή εταίροι αποκτούν, κατά κανόνα, συμμετοχές σε μία ή περισσότερες επωφελούμενες, σύμφωνα με τη σχέση ανταλλαγής και την προβλεπόμενη κατανομή. Δεν απαιτείται καθένας να συμμετέχει σε όλες τις επωφελούμενες εταιρείες (αρ. 70 παρ. 2 περ. β΄ ν. 4601/2019).
Η κατανομή αυτή δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί αναλογικά την προηγούμενη συμμετοχή στη διασπώμενη εταιρεία. Το σχέδιο προσδιορίζει την κατανομή και το κριτήριό της. Στη μη αναλογική κατανομή, οι μειοψηφούντες μέτοχοι ή εταίροι μπορούν να απαιτήσουν εξαγορά των συμμετοχών τους από τη διασπώμενη. Το αντάλλαγμα αντιστοιχεί στην αξία τους και, σε περίπτωση διαφωνίας, αποφασίζει το δικαστήριο (αρ. 66 παρ. 3 ν. 4601/2019).
Οι συμμετοχές συγκεκριμένης επωφελούμενης δεν ανταλλάσσονται με συμμετοχές της διασπώμενης που κατέχει η ίδια η επωφελούμενη ή η διασπώμενη. Η απαγόρευση καλύπτει και κατοχή μέσω προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό τους (αρ. 70 παρ. 5 ν. 4601/2019).
Σχέση ανταλλαγής και χρηματικό ποσό
Η σχέση ανταλλαγής προσδιορίζεται χωριστά για κάθε επωφελούμενη εταιρεία και καθορίζει τις συμμετοχές που αποκτούν σε αυτή οι μέτοχοι ή εταίροι. Η διοίκηση την τεκμηριώνει νομικά και οικονομικά, ενώ προβλέπεται εξέταση από εμπειρογνώμονες, με τις νόμιμες απαλλαγές (αρ. 61–62 ν. 4601/2019).
Η μη δίκαιη και λογική σχέση ανταλλαγής δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της ήδη συντελεσμένης διάσπασης. Ο θιγόμενος δικαιούται αποζημίωση από την εταιρεία της οποίας οι μέτοχοι ή εταίροι ωφελούνται. Η αξίωση παραγράφεται σε δώδεκα μήνες από τη συντέλεση (αρ. 73 ν. 4601/2019).
Πέρα από τις εταιρικές συμμετοχές, μπορεί να καταβληθεί συμπληρωματικό χρηματικό ποσό έως 10% της ονομαστικής αξίας των συμμετοχών που αποδίδονται. Αν δεν υπάρχει ονομαστική αξία, λαμβάνεται υπόψη η λογιστική τους αξία (αρ. 55 ν. 4601/2019). Το ποσοστό δεν υπολογίζεται επί της αξίας ολόκληρης της μεταβιβαζόμενης περιουσίας.
Η απόδοση εταιρικών συμμετοχών αποτελεί τον βασικό κανόνα, με ειδική εξαίρεση την κοινή διάσπαση αποκλειστικά μεταξύ ανωνύμων εταιρειών. Εκεί επιτρέπεται και διάσπαση με εξαγορά, με καταβολή αντιτίμου στους μετόχους αντί συμμετοχών (αρ. 83 παρ. 3 και αρ. 37 ν. 4601/2019). Το όριο του 10% δεν διέπει αυτή την ειδική περίπτωση.
Η νομική μορφή των εταιρειών που συμμετέχουν
Η κοινή διάσπαση μπορεί να πραγματοποιηθεί και μεταξύ εταιρειών διαφορετικής νομικής μορφής, εφόσον ανήκουν στις επιτρεπόμενες κατηγορίες (αρ. 2 ν. 4601/2019). Δεν απαιτείται οι επωφελούμενες εταιρείες να έχουν την ίδια μορφή μεταξύ τους ή με τη διασπώμενη.
Η επιλογή επηρεάζει την εταιρική διακυβέρνηση, τις απαιτήσεις κεφαλαίου και την προσωπική ευθύνη των εταίρων. Η απόκτηση ιδιότητας ομόρρυθμου εταίρου από πρόσωπο που προηγουμένως δεν ευθυνόταν προσωπικά απαιτεί ρητή συγκατάθεσή του (αρ. 78 παρ. 2 ν. 4601/2019).
Οι τρόποι πραγματοποίησης της κοινής διάσπασης
Η επιλογή εξαρτάται από το αν η περιουσία προορίζεται για υφιστάμενες εταιρείες, νέες εταιρείες ή συνδυασμό τους.
Στην κοινή διάσπαση με απορρόφηση, η περιουσία κατανέμεται μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιρειών που ήδη υφίστανται. Στη διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών, οι επωφελούμενες συστήνονται ταυτόχρονα με την πραγματοποίησή της. Στη δεύτερη περίπτωση, η συνέλευση ή οι εταίροι της διασπώμενης εγκρίνουν και τα καταστατικά των νέων εταιρειών (αρ. 74 παρ. 3 ν. 4601/2019).
Ειδική απλούστευση ισχύει όταν οι συμμετοχές κάθε νέας εταιρείας κατανέμονται αναλογικά προς τα δικαιώματα στο κεφάλαιο της διασπώμενης. Δεν απαιτούνται τότε οι εκθέσεις διοίκησης και εμπειρογνωμόνων ούτε η διάθεση ενδιάμεσης λογιστικής κατάστασης στους μετόχους ή εταίρους (αρ. 74 παρ. 5 ν. 4601/2019).
Οι δύο τρόποι μπορούν επίσης να συνδυαστούν. Μέρος της περιουσίας περιέρχεται σε μία ή περισσότερες υφιστάμενες εταιρείες και το υπόλοιπο σε μία ή περισσότερες νέες. Εφαρμόζονται συνδυαστικά οι αντίστοιχοι κανόνες απορρόφησης και σύστασης (αρ. 75 ν. 4601/2019).
Συντέλεση και έννομα αποτελέσματα
Η κοινή διάσπαση με απορρόφηση συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης διάσπασης στο Γ.Ε.ΜΗ. και τη δημοσίευσή της στον διαδικτυακό του τόπο. Η δημοσιότητα αφορά τις επωφελούμενες εταιρείες και δεν προϋποθέτει προηγούμενη διαγραφή της διασπώμενης (αρ. 70 παρ. 1 ν. 4601/2019 και αρ. 17–18 ν. 4919/2022). Όταν συστήνονται νέες εταιρείες, η ίδια δημοσιότητα αφορά την πράξη διάσπασης, που περιλαμβάνει και τα καταστατικά τους (αρ. 74 παρ. 1–4 ν. 4601/2019).
Με την ολοκλήρωση της παραπάνω δημοσιότητας επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα τα αποτελέσματα της διάσπασης, τόσο μεταξύ των εταιρειών όσο και έναντι τρίτων. Οι επωφελούμενες υπεισέρχονται ως καθολικοί διάδοχοι στα κατανεμημένα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις, ενώ η διασπώμενη παύει να υπάρχει. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια από τις αντίστοιχες επωφελούμενες, σύμφωνα με την κατανομή της περιουσίας (αρ. 70 παρ. 2–3 ν. 4601/2019).
Η παράλειψη εταιρικής έγκρισης ή ελαττώματα της σχετικής απόφασης μπορούν να οδηγήσουν σε δικαστική ακύρωση, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου. Η αίτηση ασκείται εντός τριμήνου από την καταχώριση, ενώ προβλέπεται δυνατότητα θεραπείας του ελαττώματος (αρ. 72 ν. 4601/2019). Αν η δημοσίευση έγινε σε διαφορετική ημέρα, η προθεσμία υπολογίζεται από αυτήν (αρ. 19 παρ. 4 ν. 4919/2022).
Η καταχώριση προϋποθέτει έλεγχο νομιμότητας (αρ. 69 ν. 4601/2019). Τα μέλη διοίκησης και οι διαχειριστές ευθύνονται έναντι των μετόχων ή εταίρων της εταιρείας τους για ζημία από υπαίτια παράβαση καθηκόντων. Η ευθύνη αφορά την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της διάσπασης. Οι εμπειρογνώμονες ευθύνονται αντίστοιχα έναντι των μετόχων ή εταίρων των συμμετεχουσών εταιρειών. Διατηρείται η ευθύνη έναντι τρίτων κατά τις γενικές διατάξεις (αρ. 71 ν. 4601/2019).
Συνοπτικά: Πρακτική σημασία και αξία
Η κοινή διάσπαση επιτρέπει την αναδιοργάνωση της εταιρικής περιουσίας με οριστική παύση της διασπώμενης εταιρείας. Η διοίκηση και οι (νομικοί και λοιποί) σύμβουλοί της αναγκαίο είναι να ελέγξουν την κατανομή των υποχρεώσεων, τη συνέχιση των κρίσιμων συμβάσεων και την προστασία εταίρων και πιστωτών. Οι ασάφειες μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορές και πρόσθετη ευθύνη, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση. Στο επόμενο άρθρο θα μας απασχολήσει η μερική διάσπαση, όπου μεταβιβάζονται ένας ή περισσότεροι κλάδοι και η διασπώμενη εταιρεία συνεχίζει να υπάρχει.
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).