Συγχώνευση με τη συμμετοχή Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας
(άρ. 53 του ν. 4601/2019)

Η Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία (:«ΕΣΕτ») δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τη συνεταιριστική δραστηριότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, τη συγχώνευση συνεταιρισμών διαφορετικών κρατών μελών. Η συγχώνευση με συμμετοχή ΕΣΕτ διέπεται από αναλογική εφαρμογή των κανόνων για τον αστικό συνεταιρισμό (αρ. 53 του ν. 4601/2019). Εφαρμόζονται, επίσης, ο Κανονισμός (ΕΚ) 1435/2003 και το Μέρος Δ΄ του ν. 4099/2012. Η διάκριση μεταξύ σύστασης νέας ΕΣΕτ και συγχώνευσης ήδη υφιστάμενης ΕΣΕτ καθορίζει τη διαδικασία, τους ελέγχους και τους κινδύνους.

Πεδίο εφαρμογής και εφαρμοστέο δίκαιο

Το ειδικό καθεστώς (αρ. 53) αφορά συγχώνευση με συμμετοχή ΕΣΕτ που έχει καταστατική έδρα στην Ελλάδα. Δεν ρυθμίζει αυτοτελώς συγχώνευση ΕΣΕτ με έδρα σε άλλο κράτος μέλος. Διακριτή περίπτωση αποτελεί η σύσταση ΕΣΕτ μέσω συγχώνευσης, για την οποία προέχουν οι ειδικοί ενωσιακοί και εθνικοί κανόνες.

Οι κανόνες για τη συγχώνευση με συμμετοχή αστικού συνεταιρισμού εφαρμόζονται αναλογικά στην ελληνική ΕΣΕτ (αρ. 47 έως 52). Προηγούνται, ωστόσο, οι ειδικές ρυθμίσεις του Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003 και του Μέρους Δ΄ του ν. 4099/2012. Η παραπομπή συμβαδίζει με την αρχή ότι η ΕΣΕτ αντιμετωπίζεται, καταρχήν, όπως ο συνεταιρισμός του κράτους μέλους της καταστατικής της έδρας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη φύση της δραστηριότητας της ΕΣΕτ. Η ΕΣΕτ μπορεί να ασκεί δραστηριότητα που αντιστοιχεί σε αστικό ή αγροτικό συνεταιρισμό, ακόμη και μικτή δραστηριότητα. Στη μικτή δραστηριότητα, το συμπληρωματικό εθνικό δίκαιο προσδιορίζεται από τη δεσπόζουσα δραστηριότητα (αρ. 138 παρ. 2 ν. 4099/2012). Αν αυτή είναι αγροτική, εξετάζεται η εφαρμογή του ν. 4673/2020, με την επιφύλαξη των ειδικών ενωσιακών και εθνικών κανόνων.

Σύσταση ΕΣΕτ μέσω συγχώνευσης

Μια ειδική περίπτωση είναι η σύσταση της ίδιας της ΕΣΕτ ως αποτέλεσμα συγχώνευσης. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1435/2003 επιτρέπει τη σύστασή της με συγχώνευση συνεταιρισμών, εφόσον τουλάχιστον δύο υπάγονται στο δίκαιο διαφορετικών κρατών μελών. Συνεπώς, η σύσταση ΕΣΕτ μέσω συγχώνευσης δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από συνεταιρισμούς του ίδιου κράτους μέλους.

Η συγχώνευση μπορεί να γίνει με απορρόφηση, οπότε ο απορροφών συνεταιρισμός αποκτά τη μορφή ΕΣΕτ ταυτόχρονα με τη συγχώνευση, ή με σύσταση νέας ΕΣΕτ. Στα ζητήματα που δεν ρυθμίζει ο Κανονισμός εφαρμόζεται το δίκαιο κάθε συμμετέχοντος συνεταιρισμού (αρ. 20 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003). Για ελληνικό συνεταιρισμό λαμβάνονται υπόψη το Μέρος Δ΄ του ν. 4099/2012 και οι συναφείς διατάξεις περί συγχωνεύσεων. Σε περίπτωση απόκλισης, οι ειδικές ρυθμίσεις για τη σύσταση ΕΣΕτ υπερισχύουν των γενικών κανόνων (αρ. 47–53).

Τα διοικητικά όργανα καταρτίζουν σχέδιο συγχώνευσης με τη σχέση ανταλλαγής των μερίδων, τους όρους κατανομής τους και τα μέτρα προστασίας των πιστωτών. Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης το καταστατικό της ΕΣΕτ και πληροφορίες για τις διαδικασίες καθορισμού των ρυθμίσεων για τον ρόλο των εργαζομένων. Κάθε διοίκηση συντάσσει έκθεση με τη νομική και οικονομική αιτιολόγηση της συγχώνευσης, ιδίως της σχέσης ανταλλαγής. Απαιτείται και εξέταση του σχεδίου από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, με σχετική έκθεση προς τα μέλη (αρ. 26 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003).

Η έγκαιρη δημοσιότητα του σχεδίου και η ενημέρωση των μελών αποτελούν ουσιώδη στάδια της διαδικασίας. Για ελληνικό συνεταιρισμό, το σχέδιο καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. (αρ. 145 ν. 4099/2012). Τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη γενική συνέλευση κάθε μέλος δικαιούται να εξετάσει, στην έδρα του συνεταιρισμού, το σχέδιο και τα απαιτούμενα οικονομικά στοιχεία. Στα έγγραφα περιλαμβάνονται οι λογαριασμοί των τριών προηγούμενων χρήσεων και οι εκθέσεις της διοίκησης και των εμπειρογνωμόνων. Η γενική συνέλευση κάθε συνεταιρισμού εγκρίνει το σχέδιο συγχώνευσης. Τα μέλη ελληνικού συνεταιρισμού που καταψήφισαν τη συγχώνευση μπορούν, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, να ζητήσουν εξαγορά των μερίδων τους (αρ. 148 ν. 4099/2012).

Ο έλεγχος νομιμότητας διενεργείται αρχικά για κάθε συνεταιρισμό από την αρμόδια αρχή του κράτους του, η οποία εκδίδει σχετικό πιστοποιητικό. Έπεται έλεγχος ολοκλήρωσης της συγχώνευσης στο κράτος της καταστατικής έδρας της ΕΣΕτ. Αν η έδρα βρίσκεται στην Ελλάδα, αρμόδιο είναι πλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά τις ισχύουσες διατάξεις (αρ. 150 ν. 4099/2012). Η καταχώριση προϋποθέτει και τήρηση των κανόνων για τον ρόλο των εργαζομένων (αρ. 11 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003 και π.δ. 44/2008).

Για ελληνικό συνεταιρισμό, αντίρρηση της αρμόδιας φορολογικής ή εποπτεύουσας αρχής για λόγους δημόσιου συμφέροντος εμποδίζει τη συγχώνευση (αρ. 149 ν. 4099/2012). Η αντίρρηση αυτή πρέπει να διατυπωθεί πριν από την έκδοση του πιστοποιητικού νομιμότητας. Απαιτείται επίσης υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υποβλήθηκαν ή επιλύθηκαν οι αντιρρήσεις της μειοψηφίας και των πιστωτών (αρ. 150 παρ. 3 ν. 4099/2012). Τα πιστοποιητικά υποβάλλονται στην αρχή του κράτους έδρας της ΕΣΕτ εντός εξαμήνου από την έκδοσή τους (αρ. 30 παρ. 2 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003).

Η συγχώνευση και η σύσταση της ΕΣΕτ παράγουν αποτελέσματα από την καταχώρισή της. Σε περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση, το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού των απορροφώμενων συνεταιρισμών μεταβιβάζεται καθολικά στον απορροφώντα, ο οποίος αποκτά τη μορφή ΕΣΕτ, ενώ οι απορροφώμενοι παύουν να υφίστανται. Αντίστοιχα, στη συγχώνευση με σύσταση νέας ΕΣΕτ, η περιουσία όλων των συγχωνευόμενων συνεταιρισμών μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία και οι συγχωνευόμενοι παύουν να υφίστανται. Και στις δύο περιπτώσεις, τα μέλη των συνεταιρισμών αποκτούν την ιδιότητα του μέλους της ΕΣΕτ (άρ. 33 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003).

Μετά την καταχώριση, η συγχώνευση δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη. Ωστόσο, η παράλειψη των προβλεπόμενων ελέγχων νομιμότητας μπορεί να αποτελέσει λόγο λύσης της ΕΣΕτ (αρ. 34 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003). Για τον λόγο αυτόν, τυχόν ελλείψεις πρέπει να αντιμετωπίζονται πριν από την ολοκλήρωση. Πράξεις στο όνομα της ΕΣΕτ πριν από την καταχώριση δημιουργούν ιδιαίτερο κίνδυνο ευθύνης. Αν η ΕΣΕτ δεν αναλάβει τις υποχρεώσεις, οι ενεργήσαντες ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον, εκτός αντίθετης συμφωνίας (αρ. 18 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003).

Συμμετοχή υφιστάμενης ΕΣΕτ σε συγχώνευση

Η ΕΣΕτ μπορεί να συμμετέχει σε συγχώνευση και μετά τη σύστασή της. Μπορεί, καταρχήν, να απορροφήσει άλλον συνεταιρισμό, να απορροφηθεί από εταιρεία διαφορετικής νομικής μορφής ή να συγχωνευθεί με άλλη ΕΣΕτ. Οι δυνατότητες αυτές απορρέουν από το γενικό πλαίσιο μετασχηματισμών μεταξύ εταιρειών διαφορετικής μορφής (αρ. 2), με τις ειδικές επιφυλάξεις που ακολουθούν.

Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1435/2003 ρυθμίζει ειδικά τη σύσταση ΕΣΕτ με συγχώνευση, όχι όμως εξαντλητικά κάθε μεταγενέστερη συγχώνευση υφιστάμενης ΕΣΕτ. Για την ελληνική ΕΣΕτ εφαρμόζεται το εθνικό πλαίσιο μετασχηματισμών (αρ. 53), σε συνδυασμό με τον Κανονισμό και το ειδικό καθεστώς της δραστηριότητάς της.

Η συμμετοχή υφιστάμενης ΕΣΕτ σε συγχώνευση υπόκειται σε ουσιώδεις περιορισμούς. Η σύσταση νέας ΕΣΕτ μέσω συγχώνευσης επιτρέπεται μόνο με συμμετοχή συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού. Συνεπώς, η γενική δυνατότητα συγχωνεύσεων μεταξύ διαφορετικών εταιρικών μορφών δεν αρκεί για τη σύσταση νέας ΕΣΕτ.

Ο Κανονισμός απαγορεύει τη μετατροπή ΕΣΕτ σε συνεταιρισμό πριν παρέλθουν δύο έτη από την καταχώρισή της και εγκριθούν οι λογαριασμοί των δύο πρώτων χρήσεων (αρ. 76 Κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003). Δεν προβλέπει, ωστόσο, ρητά την εφαρμογή του ίδιου περιορισμού στην απορρόφησή της από εταιρεία άλλης μορφής. Υποστηρίζεται η αναλογική εφαρμογή του, ώστε να αποτρέπεται καταστρατήγηση της απαγόρευσης μετατροπής. Πρόκειται για ερμηνευτικό ζήτημα και όχι για ρητή νομοθετική απαγόρευση· απαιτείται ειδικός έλεγχος πριν από αντίστοιχη συγχώνευση.

Συνοπτικά: Πρακτική σημασία και αξία

Η συμμετοχή ΕΣΕτ σε συγχώνευση απαιτεί συνδυαστικό έλεγχο του ενωσιακού πλαισίου και του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου. Η δομή της συναλλαγής, η προστασία μελών και πιστωτών, τα δικαιώματα εργαζομένων και οι έλεγχοι νομιμότητας καθορίζουν την ασφαλή ολοκλήρωσή της. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υφιστάμενη ΕΣΕτ πρόκειται να απορροφηθεί από εταιρεία άλλης μορφής, λόγω των ερμηνευτικών περιορισμών που ανακύπτουν. Με το ειδικό αυτό πλαίσιο ολοκληρώνεται η εξέταση των συγχωνεύσεων. Στο επόμενο άρθρο περνάμε στη διάσπαση, ως διακριτό τρόπο εταιρικού μετασχηματισμού.

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).