Εξέταση σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης από εμπειρογνώμονες
Η εξέταση σχεδίου συγχώνευσης από εμπειρογνώμονες αποτελεί κρίσιμο στάδιο ανεξάρτητου ελέγχου της σχέσης ανταλλαγής και της οικονομικής βάσης του μετασχηματισμού. Το άρθρο 10 του ν. 4601/2019 προβλέπει ότι το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης (που συντάσεται κατά τα προηγούμενα στάδια της σχετικής διαδικασίας) υποβάλλεται, κατ’ αρχήν, σε εξέταση. Η εξέταση διενεργείται από έναν ή περισσότερους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για καθεμία από τις εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση. Οι εμπειρογνώμονες διορίζονται με την προβλεπόμενη διαδικασία και συντάσσουν γραπτή έκθεση προς τους μετόχους (ή εταίρους) η οποία υπόκειται σε δημοσιότητα. Επίκεντρό της είναι ιδίως ο έλεγχος του κατά πόσο η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη και εύλογη˙ με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην πληρέστερη ενημέρωση των μετόχων ή εταίρων πριν από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης.
Σκοπός
Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων εξυπηρετεί την αμερόληπτη και τεχνικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ειδική γνώση και ανεξαρτησία. Σε συνδυασμό με τη δημοσίευση του σχεδίου και τη γραπτή έκθεση του διοικητικού συμβουλίου ή, κατά περίπτωση, των διαχειριστών, ενισχύει το πληροφοριακό υπόβαθρο επί του οποίου οι μέτοχοι ή εταίροι καλούνται να αποφασίσουν. Η λειτουργία της δεν είναι, φυσικά, να υποκαταστήσει την επιχειρηματική κρίση των αρμοδίων οργάνων˙ σκοπός της είναι να προσθέσει ένα ανεξάρτητο επίπεδο ελέγχου ως προς τη χρηματοοικονομική και αποτιμητική βάση της συναλλαγής.
Ορισμός εμπειρογνωμόνων
Ως εμπειρογνώμονες μπορούν να οριστούν, κατ’ επιλογή των συμμετεχουσών εταιρειών (και με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων της παρ. 4), ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες. Μπορούν επίσης να οριστούν πιστοποιημένοι εκτιμητές, λογιστές φοροτεχνικοί κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Α΄ Τάξης, καθώς και οικονομολόγοι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, οι εμπειρογνώμονες πρέπει να πληρούν τις νόμιμες απαιτήσεις ανεξαρτησίας (του αρ. 21 ν. 4449/2017 και του αρ. 17§4 ν. 4548/2017). Δεν πρέπει επίσης να τελούν σε κατάσταση που θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την αντικειμενικότητά τους απέναντι στις συγχωνευόμενες εταιρείες.
Ως προς τη διαδικασία διορισμού, ο νόμος διακρίνει ανάλογα με το αν ο προτεινόμενος εμπειρογνώμονας είναι ή όχι επίσημα εγγεγραμμένος σε δημόσιο μητρώο. Παρέχει επίσης, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα ορισμού κοινού εμπειρογνώμονα για όλες τις συμμετέχουσες εταιρείες. Η επιλογή αυτή μπορεί πρακτικά να απλουστεύσει τη διαδικασία και να περιορίσει το κόστος˙ δεν αναιρεί όμως την ανάγκη προσεκτικής στάθμισης της ανεξαρτησίας και της καταλληλότητας του προσώπου ή των προσώπων που θα αναλάβουν τον σχετικό έλεγχο.
Περιεχόμενο έκθεσης
Κατ’ αρχήν, η έκθεση απευθύνεται στη συνέλευση ή στους εταίρους της εταιρείας για την οποία συντάσσεται. Πρακτικά, όταν έχουν οριστεί κοινοί εμπειρογνώμονες για όλες τις συμμετέχουσες εταιρείες, η αξιολόγηση μπορεί να αποτυπώνεται σε ενιαίο κείμενο. Αρκεί να προκύπτει με σαφήνεια ότι καλύπτονται οι απαιτήσεις ενημέρωσης κάθε επιμέρους εταιρείας.
Η υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων δεν εξαντλείται σε έναν τυπικό έλεγχο του σχεδίου. Οφείλουν να εξετάσουν με αντικειμενικότητα τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η προτεινόμενη συγχώνευση. Έτσι, η έκθεσή τους πρέπει να φωτίζει επαρκώς το σύνολο των οικονομικών παραδοχών του προτεινόμενου μετασχηματισμού. Πρέπει, επίσης, να φωτίζει τη λογική της σχέσης ανταλλαγής και τις κρίσιμες επιπτώσεις της στους μετόχους ή εταίρους.
Για τον σκοπό αυτό, οι εμπειρογνώμονες στηρίζονται σε αποτιμητικές μεθόδους κατάλληλες για τη συγκεκριμένη περίπτωση, οι οποίες μπορεί να εφαρμοστούν αυτοτελώς ή (προτιμητέο) συνδυαστικά. Στην έκθεσή τους πρέπει να αναφέρουν τη μέθοδο ή τις μεθόδους που υιοθέτησαν και να εξηγούν γιατί τις θεωρούν πρόσφορες. Πρέπει επίσης να αποτυπώνουν τις αξίες που προέκυψαν από την εφαρμογή καθεμίας. Οφείλουν, ακόμη, να αιτιολογούν τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε συγκεκριμένες μεθόδους και να περιγράφουν τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την αποτίμηση. Το βάρος, συνεπώς, δεν βρίσκεται σε μια αφηρημένη ή γενική περιγραφή, αλλά σε μια διαφανή και ελέγξιμη αποτιμητική τεκμηρίωση.
Η έκθεση του εμπειρογνώμονα δεν λειτουργεί ως αυτοτελής εταιρική απόφαση ούτε υποκαθιστά τις λοιπές διατυπώσεις που απαιτούνται για τη συγχώνευση. Η πρακτική σημασία της έγκειται κυρίως στο ότι παρέχει ανεξάρτητη βάση ελέγχου της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής και, ευρύτερα, της οικονομικής ισορροπίας του σχεδίου.
Κεντρικό στοιχείο της έκθεσης αποτελεί η σαφής δήλωση των εμπειρογνωμόνων για το αν, κατά τη γνώμη τους, η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη και λογική. Η κρίση αυτή σχηματίζεται με βάση τα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα της αποτίμησης, τις παραδοχές που υιοθετήθηκαν και τις ειδικές περιστάσεις του προτεινόμενου μετασχηματισμού. Η γνωμάτευση αυτή δεν δεσμεύει νομικά τη συνέλευση ή τους εταίρους, έχει όμως ιδιαίτερο πληροφοριακό και αποδεικτικό βάρος κατά την αξιολόγηση του σχεδίου.
Ενημέρωση εμπειρογνωμόνων
Αναγνωρίζεται (αρ. 10§6) σε κάθε εμπειρογνώμονα το δικαίωμα να ζητεί από τις συμμετέχουσες εταιρείες κάθε χρήσιμη πληροφορία και έγγραφο, καθώς και να προβαίνει σε κάθε απαραίτητη εξέταση. Αντίστοιχα, τα διαχειριστικά όργανα οφείλουν να διευκολύνουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά το έργο του: πρέπει να παρέχουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του ελέγχου.
Εξαίρεση πληροφοριών από την έκθεση
Εφαρμόζεται αναλογικά (αρ. 10§5) η ρύθμιση για την εξαίρεση πληροφοριών από τη δημοσιευμένη έκθεση του ΔΣ/διαχειριστή (αρ. 9). Η ρύθμιση καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντική βλάβη σε μία από τις συμμετέχουσες εταιρείες. Καλύπτει, κατά περίπτωση, και βλάβη σε άλλη εταιρεία του ομίλου. Η εξαίρεση αυτή δεν λειτουργεί ως γενική άδεια αποσιώπησης κρίσιμων δεδομένων. Προϋποθέτει πραγματικό κίνδυνο σημαντικής ζημίας και ειδική μνεία των λόγων παράλειψης στην ίδια την έκθεση. Η σχετική κρίση ανήκει στους εμπειρογνώμονες. Αυτοί οφείλουν να σταθμίζουν αυτοτελώς τις απαιτήσεις διαφάνειας και προστασίας επιχειρηματικά ευαίσθητων πληροφοριών.
Τύπος και δημοσιότητα της έκθεσης
Ως προς τον τύπο, η έκθεση καταρτίζεται εγγράφως και μπορεί να λάβει και ηλεκτρονική μορφή, εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η έκθεση απευθύνεται στη συνέλευση ή στους εταίρους της οικείας εταιρείας, καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό του τόπο. Η δημοσιότητα αυτή εξυπηρετεί τη διαφάνεια της διαδικασίας και την έγκαιρη πρόσβαση των ενδιαφερομένων στο περιεχόμενο της έκθεσης.
Μη υποχρέωση σύνταξης έκθεσης
Η εξέταση του σχεδίου και η σύνταξη έκθεσης από εμπειρογνώμονα δεν απαιτούνται, εφόσον υπάρχει έγγραφη συμφωνία σε καθεμία από τις συμμετέχουσες εταιρείες. Η συμφωνία πρέπει να προέρχεται από όλους τους μετόχους και τους κατόχους άλλων τίτλων με δικαίωμα ψήφου. Αντίστοιχα, στις εταιρείες με εταίρους πρέπει να συμφωνούν εγγράφως οι εταίροι αυτών. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να επιταχύνει τον μετασχηματισμό και να περιορίσει το κόστος του. Προϋποθέτει όμως συνειδητή αποδοχή του ότι παραλείπεται ένα κρίσιμο στάδιο ανεξάρτητης αποτιμητικής αξιολόγησης. Για τον λόγο αυτό, η σχετική παραίτηση (θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής και με βέβαιη χρονολογία) πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή στην πράξη.
Περιπτώσεις σημαντικών μεταβολών
Αν μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης του εμπειρογνώμονα και πριν από την έγκριση της συγχώνευσης επέλθουν ουσιώδεις μεταβολές ή γεγονότα, γεννάται πρακτικά ανάγκη επανεκτίμησης των δεδομένων της προτεινόμενης σχέσης ανταλλαγής. Αυτό ισχύει ιδίως όταν οι μεταβολές επηρεάζουν τις αποτιμήσεις ή τη σχέση ανταλλαγής (άρ. 9§3). Στην περίπτωση αυτή, το διαχειριστικό όργανο οφείλει σε κάθε περίπτωση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που το βαρύνουν. Ανάλογα με τη φύση και την ένταση της μεταβολής, μπορεί να καταστεί αναγκαία και συμπληρωματική εμπλοκή του εμπειρογνώμονα.
Αν, εξάλλου, ανακύψουν σοβαρές επιφυλάξεις από το αρμόδιο διαχειριστικό όργανο ως προς τα συμπεράσματα της έκθεσης, στην πράξη μπορεί να ζητηθούν διευκρινίσεις. Μπορεί επίσης να παρασχεθούν νέα στοιχεία ή, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας, να εξεταστεί το ενδεχόμενο διορισμού νέου εμπειρογνώμονα. Η έκθεση του νέου εμπειρογνώμονα θα τεθεί και πάλι σε δημοσιότητα. Σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση τέτοιων αποκλίσεων πρέπει να γίνεται έγκαιρα. Έτσι δεν διακυβεύεται η αξιοπιστία της εταιρικής ενημέρωσης ούτε η ασφάλεια της συναλλαγής.
Συνέπειες έκθεσης
Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει τυπικά τη συνέλευση ή τους εταίρους που θα αποφασίσουν τελικά για τη συγχώνευση. Διαθέτει, όμως, αυξημένο ειδικό βάρος, καθώς παρέχει ανεξάρτητη τεχνική αποτίμηση ενός κρίσιμου σκέλους του σχεδίου. Για τον λόγο αυτό, τα συμπεράσματά της είναι δυνατόν να επηρεάσουν ουσιωδώς τόσο την προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής όσο και την αξιολόγηση της νομιμότητας και επάρκειας της διαδικασίας. Αυτονοήτως, μπορεί και να αποτελέσουν τη βάση θεμελίωσης δυνητικών αξιώσεων βλαπτομένων μετόχων/εταίρων.
Ελαττωματικότητα της έκθεσης
Η παράλειψη της έκθεσης, όταν αυτή απαιτείται, ή το ουσιωδώς πλημμελές περιεχόμενό της μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας της διαδικασίας συγχώνευσης. Μπορεί επίσης να επηρεάσει τη στάση των μετόχων ή εταίρων κατά τη λήψη της εγκριτικής απόφασης, οδηγώντας σε ελαττωματικότητά της ή ακόμα και σε ακύρωση της συγχώνευσης. Ελαττώματα μπορεί να ανακύψουν, μεταξύ άλλων, από μεθοδολογικές αστοχίες, εσφαλμένες παραδοχές, ελλιπή αποτιμητικά δεδομένα ή ανεπαρκή αιτιολόγηση του τελικού συμπεράσματος. Ανάλογα με την περίπτωση, ευθύνη μπορεί να αναζητηθεί σε σχέση με την παράλειψη ορθού διορισμού ή αξιοποίησης εμπειρογνώμονα. Μπορεί επίσης να αναζητηθεί σε σχέση με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ίδιου του εμπειρογνώμονα, εφόσον συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις ευθύνης.
Η εξέταση του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης από εμπειρογνώμονες δεν αποτελεί ένα τυπικό ή δευτερεύον στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό ανεξάρτητου ελέγχου της σχέσης ανταλλαγής και της οικονομικής τεκμηρίωσης του μετασχηματισμού. Η παράλειψή της, όταν απαιτείται ή η αντιμετώπισή της ως απλής διατύπωσης μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, στην αμφισβήτηση του κύρους του μετασχηματισμού, ακόμα και να δημιουργήσει ζητήματα ευθύνης των μελών της διοίκησης των συμμετεχουσών εταιρειών. Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων, πάντως, πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τη γραπτή έκθεση του διοικητικού συμβουλίου ή των διαχειριστών. Επιτελεί διαφορετική, εξ ορισμού ανεξάρτητη, λειτουργία στο πλαίσιο της συγχώνευσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι εν λόγω εκθέσεις δεν υποκαθιστούν το δικαίωμα των μετόχων (ή εταίρων) να εξετάσουν πρωτογενώς το σύνολο των εγγράφων της συγχώνευσης. Περί αυτών, όμως, σε επόμενη αρθρογραφία μας.
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).