Συγχώνευση: Η μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής εταιρικών συμμετοχών
(άρ. 21 ν. 4601/2019)

Η σχέση ανταλλαγής αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους όρους της συγχώνευσης. Μέσω αυτής καθορίζεται το εύρος της συμμετοχής των μετόχων ή εταίρων στην εταιρεία που προκύπτει από τον μετασχηματισμό. Η σημασία της είναι τέτοια, ώστε ο νομοθέτης προβλέπει ειδική προστασία όταν η σχέση ανταλλαγής δεν προκύπτει δίκαιη και λογική. Η σχετική πλημμέλεια δεν οδηγεί σε ακύρωση της συγχώνευσης. Ο νόμος θεσπίζει, όμως, ειδικό δικαίωμα αποζημίωσης του θιγόμενου μετόχου ή εταίρου. Για διοικήσεις, εμπειρογνώμονες και συμβούλους, η ορθή τεκμηρίωσή της αποτελεί κρίσιμο σημείο ευθύνης.

Η προστασία έναντι της μη δίκαιης σχέσης ανταλλαγής

Η επιλογή του νομοθέτη να μην αντιμετωπίσει τη μη δίκαιη και λογική σχέση ανταλλαγής ως λόγο ακύρωσης συνδέεται με την ανάγκη ασφάλειας δικαίου. Συνδέεται, επίσης, με τη σταθερότητα των εταιρικών μετασχηματισμών. Η εκτίμηση της αξίας των συμμετεχουσών επιχειρήσεων και ο καθορισμός της σχέσης ανταλλαγής συχνά επιδέχονται διαφορετικές προσεγγίσεις. Για τον λόγο αυτό, ακόμη και αν η σχέση ανταλλαγής δεν είναι δίκαιη και λογική, το κύρος της συγχώνευσης δεν θίγεται. Η προστασία των θιγόμενων μετόχων ή εταίρων εξασφαλίζεται με αξίωση αποζημίωσης κατά της απορροφώσας εταιρείας. Έτσι, αποφεύγεται η ανατροπή του μετασχηματισμού χωρίς, όμως, να μένει απροστάτευτος ο οικονομικά θιγόμενος εταίρος ή μέτοχος.

Τα κριτήρια αξιολόγησης της σχέσης ανταλλαγής

Η διαπίστωση ότι μια σχέση ανταλλαγής δεν είναι δίκαιη και λογική δεν προκύπτει από απλή διαφωνία με αυτή. Απαιτεί εξέταση των οικονομικών δεδομένων και παραμέτρων, της μεθόδου αποτίμησης, των παραδοχών και της επίδρασης στη θέση των εταίρων/μετόχων μετά τη συγχώνευση. Η εκτίμηση της αξίας των εταιρικών συμμετοχών βασίζεται στην οικονομική αξία τους πριν και μετά τη συγχώνευση. Αναγκαίο είναι να διασφαλιστεί πως κάθε εταίρος/μέτοχος διατηρεί, μετά τη συγχώνευση, συμμετοχή αντίστοιχης οικονομικής αξίας με εκείνη που κατείχε πριν από αυτή. Για ασφαλή ολοκλήρωση της συγχώνευσης και την πληρότητα του σχετικού φακέλου της, κρίσιμη είναι η σαφής τεκμηρίωση και σύνδεση αριθμών, παραδοχών και τελικής σχέσης ανταλλαγής.

Η μη δίκαιη και λογική σχέση ανταλλαγής μπορεί να εκδηλωθεί με αδικαιολόγητα χαμηλή ή υψηλή (και εν τέλει άνιση) αποτίμηση των εταιρικών συμμετοχών. Η πρώτη περίπτωση ζημιώνει συχνά τους εταίρους/μετόχους της υποτιμημένης εταιρείας. Η δεύτερη μπορεί να απομειώσει τη θέση των λοιπών, μέσω αυξημένης-υπέρμετρης συμμετοχής άλλων.

Η αξιολόγηση αυτή δεν περιορίζεται σε τυπικές αποτιμήσεις. Απαιτεί συνολική εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής αξίας των συμμετοχών. Αν προκύπτει υπεραξία, αυτή κατανέμεται καταρχήν ανάλογα με την εσωτερική αξία των συμμετοχών των εταίρων/μετόχων. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει όχι μόνον με ποιον τρόπο διαμορφώθηκε αλλά και γιατί δεν μεταφέρει αδικαιολόγητο όφελος σε συγκεκριμένη ομάδα.

Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό της σχέσης ανταλλαγής μπορεί να λαμβάνονται υπόψη ειδικά χαρακτηριστικά των συμμετεχουσών εταιρειών. Τέτοια είναι η διάρθρωση των περιουσιακών δικαιωμάτων των εταίρων/μετόχων, οι καταστατικές προβλέψεις, τα προνόμια, οι περιορισμοί μεταβίβασης ή τα ειδικά δικαιώματα ψήφου. Οι ιδιαιτερότητες αυτές μπορούν να επηρεάσουν την αποτίμηση των συμμετοχών και, κατά λογική ακολουθία, τη διαμόρφωση μιας δίκαιης και λογικής σχέσης ανταλλαγής.

Ο προσδιορισμός της σχέσης ανταλλαγής δεν συνιστά ακριβή μαθηματική διαδικασία. Η αποτίμηση προϋποθέτει οικονομικές παραδοχές και αξιολογήσεις, που αφήνουν στα μέρη εύλογο περιθώριο εκτίμησης. Για τον λόγο αυτό, δεν υπάρχει πάντοτε μία και μοναδική ορθή σχέση ανταλλαγής. Διαφορετικές μέθοδοι αποτίμησης ή διαφορετικές παραδοχές μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικά, εξίσου εύλογα αποτελέσματα. Το περιθώριο αυτό, όμως, δεν μπορεί να καλύπτει αυθαίρετες, ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ή εμφανώς ανισόρροπες επιλογές.

Ο χρόνος αξιολόγησης της σχέσης ανταλλαγής

Η ορθότητα της σχέσης ανταλλαγής κρίνεται με βάση τα δεδομένα που ήταν γνωστά ή μπορούσαν ευλόγως να ληφθούν υπόψη κατά τον χρόνο συντέλεσης της συγχώνευσης. Μεταγενέστερες εξελίξεις δεν επηρεάζουν, καταρχήν, την αξιολόγησή της. Έτσι, το γεγονός ότι μια δραστηριότητα αποδείχθηκε αργότερα περισσότερο ή λιγότερο κερδοφόρα δεν αρκεί για αμφισβήτηση της σχέσης ανταλλαγής. Τα μεταγενέστερα γεγονότα εντάσσονται στον επιχειρηματικό κίνδυνο των εταίρων/μετόχων της εταιρείας που προέκυψε από τη συγχώνευση. Διαφορετική είναι η περίπτωση στοιχείων που προϋπήρχαν και αποκρύφθηκαν, αγνοήθηκαν ή αξιολογήθηκαν πλημμελώς.

Η αξίωση αποζημίωσης

Σε περίπτωση μη δίκαιης και μη λογικής σχέσης ανταλλαγής, ο ζημιωθείς εταίρος/μέτοχος δικαιούται να αξιώσει χρηματική αποζημίωση από την απορροφώσα εταιρεία. Η αξίωση αυτή αποτελεί το βασικό μέσο προστασίας του, ακριβώς επειδή η μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής δεν επηρεάζει το κύρος της συγχώνευσης. Η αξίωση κατά της απορροφώσας δεν αποκλείει, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, παράλληλη ευθύνη διοικούντων ή εμπειρογνωμόνων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η άσκηση της αξίωσης αποζημίωσης δεν προϋποθέτει πάντοτε αντίθεση του εταίρου/μετόχου στον μετασχηματισμό. Η συμμετοχή του στη λήψη της σχετικής απόφασης ή ακόμη και η υπερψήφισή της δεν αποκλείει, καταρχήν, τη μεταγενέστερη επίκληση μη δίκαιης σχέσης ανταλλαγής. Έχει υποστηριχθεί, πάντως όχι αρκετά πειστικά, και η αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με αυτήν, η αξίωση πρέπει να αναγνωρίζεται μόνο σε όσους αντιτάχθηκαν στη συγχώνευση ή επιφυλάχθηκαν ως προς αυτή.

Η αξίωση αποζημίωσης ασκείται κατά της απορροφώσας εταιρείας και υπόκειται σε δωδεκάμηνη παραγραφή από την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού. Η διεκδίκηση μπορεί να λάβει χώρα δικαστικά. Δεν αποκλείεται, επίσης, εξώδικη επίλυση, διαιτησία ή διαμεσολάβηση, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Η σύντομη παραγραφή επιβάλλει, αυτονόητα, έγκαιρη οικονομική και νομική αξιολόγηση από τους θιγόμενους.

Η άσκηση της αξίωσης από έναν μέτοχο ή εταίρο δεν δεσμεύει τους λοιπούς. Είναι δυνατό να ασκηθούν αντίστοιχες αξιώσεις από διαφορετικά πρόσωπα και να εκδοθούν αποφάσεις με διαφορετικό περιεχόμενο. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει τη μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό, η αποτίμηση, η έκθεση εμπειρογνώμονα και οι σχετικές εταιρικές αποφάσεις αποκτούν κεντρική αποδεικτική αξία.

Ο υπολογισμός της αποζημίωσης

Ο προσδιορισμός του ύψους της αποζημίωσης συνδέεται με το περιθώριο εκτίμησης που αναγνωρίζεται κατά τον καθορισμό της σχέσης ανταλλαγής. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει μία μοναδική ορθή σχέση ανταλλαγής, η αποζημίωση δεν αναζητά μια (υποθετικά) ακριβή τιμή. Εστιάζει στο αν η επιλεγείσα σχέση υπερέβη τα όρια του εύλογου.

Σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από σχέση ανταλλαγής εκτός των επιτρεπτών ορίων. Επιδιώκει να επαναφέρει τον εταίρο/μέτοχο στην περιουσιακή θέση στην οποία θα βρισκόταν, αν η σχέση ανταλλαγής είχε καθοριστεί εντός των συγκεκριμένων ορίων. Η αποζημίωση δεν λειτουργεί ως νέα αποτίμηση εκ του μηδενός, αλλά ως διόρθωση της περιουσιακής βλάβης. Σημαντικό, βέβαια, να σημειωθεί πως ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης περιουσιακής βλάβης θα αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα τόσο για εκείνον που την υπέστη όσο και για τον δικαστή που θα εκδώσει τη σχετική απόφαση.

Στο ανωτέρω πλαίσιο, πάντως, η προστασία του νόμου είναι πρωτίστως περιουσιακή. Ο νόμος δεν αποκαθιστά τη συμμετοχή του θιγόμενου ούτε ανατρέπει τη συγχώνευση. Προστατεύει, αντίθετα, την οικονομική αξία της συμμετοχής του ζημιωθέντος μέσω χρηματικής αποζημίωσης. Έτσι, εξισορροπείται η ανάγκη προστασίας εταίρων/μετόχων με την ανάγκη διατήρησης της ασφάλειας των συναλλαγών.

Η μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής στο πλαίσιο της συγχώνευσης δεν συνιστά τυπικό ζήτημα αριθμητικού/μαθηματικού υπολογισμού. Αποτελεί σημείο ευθύνης για διοικήσεις, εμπειρογνώμονες και συμβούλους. Ιδιαίτερα σημαντική αποδεικνύεται η τεκμηρίωση: μέθοδος αποτίμησης, επιμέρους παραδοχές, ειδικά δικαιώματα, εταιρικές ιδιαιτερότητες και χρόνος αξιολόγησης. Η απόκλιση από τα επιτρεπτά όρια δεν ανατρέπει τη συγχώνευση, μπορεί όμως να οδηγήσει σε όχι αμελητέες ευθύνες αποζημίωσης. Για τους θιγόμενους απαιτείται άμεση αντίδραση, απόδειξη ζημίας και τεκμηρίωση (κατά κανόνα ιδιαίτερα δυσχερή) του ύψους της. Στο επόμενο άρθρο της σειράς θα εξετάσουμε τη συγχώνευση με σύσταση νέας εταιρείας.-

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).