Συγχώνευση με τη συμμετοχή Αστικού Συνεταιρισμού
(άρ. 47-52 του ν. 4601/2019)

Ο ν. 4601/2019 επιτρέπει τη συμμετοχή αστικού συνεταιρισμού σε συγχώνευση, ακόμη και με εταιρεία διαφορετικής νομικής μορφής. Λόγω, όμως, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συνεταιριστικής συμμετοχής και της ευθύνης των συνεταίρων, τα άρθρα 47 έως 52 του νόμου προβλέπουν ειδικές ρυθμίσεις για τη συγχώνευση με συμμετοχή αστικού συνεταιρισμού. Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σχέση ανταλλαγής, την έγκριση της συγχώνευσης, το δικαίωμα εξόδου, τη συντέλεσή της και την παραγραφή αξιώσεων κατά των συνεταίρων.

Πεδίο εφαρμογής και εφαρμοστέο δίκαιο (αρ. 47)

Οι ειδικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται όταν στη συγχώνευση μετέχει αστικός συνεταιρισμός, ως απορροφών ή απορροφώμενος, καθώς και στη συγχώνευση με σύσταση νέας εταιρείας. Για όσα δεν ρυθμίζονται ειδικά, στον συνεταιρισμό εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ν. 1667/1986 (αρ. 47).

Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης και η σχέση ανταλλαγής (αρ. 48)

Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης πρέπει να εξειδικεύει τη σχέση ανταλλαγής με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνεταιριστικής συμμετοχής. Συνυπολογίζονται η υποχρεωτική και οι προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες, καθώς και η ευθύνη των μελών του απορροφώντος συνεταιρισμού για τις υποχρεώσεις του (αρ. 48).

Κατά τον προσδιορισμό της σχέσης ανταλλαγής επιδιώκεται η συμμετοχή που αποκτά ο εταίρος ή συνεταίρος μετά τη συγχώνευση να αντιστοιχεί, από περιουσιακή άποψη, στη συμμετοχή που είχε πριν από αυτήν. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνεταιριστικής συμμετοχής και όχι μόνο η ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων.

Οι προαιρετικές μερίδες επηρεάζουν την περιουσιακή θέση του συνεταίρου και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αποτίμηση της συμμετοχής του. Δεν συνεπάγονται γενικά πρόσθετα δικαιώματα ψήφου, ενώ ειδικά στις συνεταιριστικές τράπεζες μπορούν να επηρεάζουν το βάρος του δικαιώματος ψήφου. Η σχέση ανταλλαγής πρέπει να αποτυπώνει τις οικονομικές διαφορές μεταξύ των συμμετοχών πριν και μετά τη συγχώνευση.

Όταν απορροφών είναι συνεταιρισμός, η έκταση της προσωπικής ευθύνης των μελών του αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της σχέσης ανταλλαγής. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει απεριόριστη ή περιορισμένη εις ολόκληρον ευθύνη των συνεταίρων για τα χρέη του συνεταιρισμού (αρ. 4 παρ. 4 ν. 1667/1986). Ο έλεγχος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός για εταίρους ή μετόχους που, μετά τη συγχώνευση, αποκτούν ιδιότητα συνεταίρου και σχετική προσωπική ευθύνη.

Σε απορρόφηση συνεταιρισμού από εταιρεία άλλης μορφής, οι προαιρετικές μερίδες πρέπει να συνυπολογίζονται στην οικονομική αξία της συμμετοχής που ανταλλάσσεται. Δεν προκύπτει, όμως, μηχανικός κανόνας για συγκεκριμένο αριθμό εταιρικών συμμετοχών χωρίς συνολική αποτίμηση και εφαρμογή της συμφωνημένης σχέσης ανταλλαγής. Αν απορροφώμενος συνεταιρισμός διαθέτει προαιρετικές μερίδες, ενώ ο απορροφών συνεταιρισμός όχι, για τη διατήρηση της περιουσιακής αξίας των συμμετοχών των μελών του απορροφώμενου μπορεί να καταστεί αναγκαία η εισαγωγή προαιρετικών μερίδων και στον απορροφώντα συνεταιρισμό.

Η έγκριση της συγχώνευσης από τη γενική συνέλευση (αρ. 49)

Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για τη συγχώνευση λαμβάνεται με την ειδική απαρτία και πλειοψηφία που ισχύουν για τον αστικό συνεταιρισμό (αρ. 49). Κατά τον γενικό κανόνα, απαιτείται αρχικά παρουσία των δύο τρίτων των μελών. Σε επαναληπτική συνέλευση απαιτείται παρουσία τουλάχιστον του μισού συν ενός των μελών (αρ. 5 παρ. 4 ν. 1667/1986). Η απόφαση απαιτεί πλειοψηφία του συνόλου των μελών (αρ. 5 παρ. 6 ν. 1667/1986).

Για καταναλωτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς, η αρχική απαρτία είναι το μισό συν ένα των μελών. Στην επαναληπτική συνέλευση απαιτείται το ένα τρίτο, ενώ στους άνω των χιλίων μελών προβλέπεται δεύτερη επαναληπτική με τουλάχιστον τετρακόσια μέλη. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων των μελών που συγκροτούν την απαρτία (αρ. 5 παρ. 4 και 6 ν. 1667/1986).

Η απαρτία και η πλειοψηφία πρέπει να ελέγχονται πριν από τη συνέλευση και να τεκμηριώνονται στα πρακτικά. Απόφαση αντίθετη στον νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη. Η ακυρότητα κηρύσσεται δικαστικά, εφόσον ασκηθεί η σχετική αγωγή μέσα σε έναν μήνα από τη λήψη της (αρ. 5 παρ. 8 ν. 1667/1986). Ελάττωμα της έγκρισης μπορεί να εμποδίσει τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας ή να επηρεάσει το κύρος της συγχώνευσης μετά την καταχώριση (αρ. 17 και 20). Το δικαίωμα εξέτασης των εγγράφων ασκείται σε συνεχή περίοδο από δέκα ημέρες πριν από τη συνέλευση έως το τέλος της (αρ. 49). Στο διάστημα αυτό οι συνεταίροι πρέπει να έχουν πραγματική πρόσβαση στα έγγραφα και στα αντίγραφα που προβλέπει ο γενικός κανόνας (αρ. 11).

Το δικαίωμα εξόδου των συνεταίρων (αρ. 50)

Ο συνεταίρος που διαφώνησε με την απόφαση έγκρισης έχει ειδικό δικαίωμα εξόδου από τον συνεταιρισμό (αρ. 50 παρ. 1). Το δικαίωμα ισχύει είτε ο συνεταιρισμός είναι απορροφών είτε απορροφώμενος και δεν μπορεί να περιοριστεί από το καταστατικό. Για αποδεικτική ασφάλεια, είναι σκόπιμο η διαφωνία να καταγράφεται σαφώς στα πρακτικά.

Δεν εφαρμόζεται, ιδίως, καταστατικός όρος που επιβάλλει ελάχιστη υποχρεωτική παραμονή στον συνεταιρισμό. Παραμένουν, όμως, τυχόν ειδικοί νόμιμοι περιορισμοί ως προς την απόδοση της αξίας της μερίδας του εξερχόμενου συνεταίρου (αρ. 50 παρ. 1).

Όταν εταιρεία άλλης μορφής απορροφάται από συνεταιρισμό, ειδική προστασία παρέχεται σε μέτοχο ή εταίρο που δεν ευθύνεται προσωπικά και διαφώνησε με τη συγχώνευση. Μπορεί να ζητήσει εξαγορά ή έξοδο, με ανάλογη εφαρμογή των κανόνων της εταιρικής του μορφής (αρ. 50 παρ. 2). Μπορεί επίσης να μεταβιβάσει τις συμμετοχές του σε τρίτους, παρά τυχόν καταστατικές απαγορεύσεις ή δεσμεύσεις μεταβίβασης.

Η προστασία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η απορρόφηση έχει ως αποτέλεσμα μέτοχος ή εταίρος χωρίς προσωπική ευθύνη να αποκτήσει, ως συνεταίρος, προσωπική ευθύνη για τα χρέη του συνεταιρισμού.

Τα αποτελέσματα της συγχώνευσης (αρ. 51)

Η συγχώνευση με συμμετοχή αστικού συνεταιρισμού συντελείται με μόνη την καταχώριση που προβλέπεται για τη συγχώνευση στο Γ.Ε.ΜΗ. (αρ. 51). Από την καταχώριση επέρχονται τα αποτελέσματα της συγχώνευσης, περιλαμβανομένης της καθολικής διαδοχής και της παύσης της απορροφώμενης εταιρείας (αρ. 18).

Οι λοιπές διατυπώσεις δημοσιότητας του ν. 1667/1986 εξακολουθούν να ισχύουν. Η μη τήρησή τους δεν μεταθέτει τον χρόνο συντέλεσης που ορίζει το αρ. 51, καθώς η δημοσιότητα αυτή δεν έχει συστατικό χαρακτήρα. Εξακολουθεί, όμως, να έχει δηλωτική σημασία, ώστε να μην μπορεί τρίτος να προβάλει άγνοια της συγχώνευσης.

Παραγραφή αξιώσεων κατά των συνεταίρων (αρ. 52)

Όταν συνεταιρισμός απορροφάται από εταιρεία, της οποίας οι μέτοχοι ή εταίροι δεν ευθύνονται προσωπικά, ισχύει ειδική παραγραφή για τις αξιώσεις κατά των συνεταίρων. Οι αξιώσεις για τα χρέη του απορροφώμενου συνεταιρισμού που γεννήθηκαν πριν από τη συντέλεση της συγχώνευσης παραγράφονται μετά ένα έτος από τη συντέλεση της συγχώνευσης, εκτός αν ισχύει βραχύτερη παραγραφή (αρ. 52 παρ. 1).

Η ρύθμιση περιορίζει χρονικά την προσωπική ευθύνη που συνδέεται με την ιδιότητα του συνεταίρου πριν από τη συγχώνευση. Αν η απαίτηση καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά τη συντέλεση της συγχώνευσης, η ετήσια παραγραφή αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο καθίσταται ληξιπρόθεσμη (αρ. 52 παρ. 3).

Η ευθύνη του συνεταίρου δεν υφίσταται έναντι πιστωτή του απορροφώμενου συνεταιρισμού που συγκατατέθηκε εγγράφως στη συγχώνευση (αρ. 52 παρ. 2). Για ασφάλεια της συναλλαγής, η συναίνεση πρέπει να ταυτοποιεί σαφώς τη συγκεκριμένη συγχώνευση και να φυλάσσεται στον φάκελο της πράξης.

Στην ετήσια παραγραφή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες αναστολής και διακοπής (αρ. 52 παρ. 3). Η παραγραφή πρέπει να ελέγχεται ανά πιστωτή και απαίτηση, ιδίως όταν η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη μετά τη συντέλεση της συγχώνευσης.

Συνοπτικά: Πρακτική σημασία και αξία

Η συμμετοχή αστικού συνεταιρισμού απαιτεί έλεγχο πέρα από τη συνήθη εταιρική συγχώνευση. Η σχέση ανταλλαγής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις συνεταιριστικές μερίδες και, όταν απορροφών είναι συνεταιρισμός, την προσωπική ευθύνη των μελών του. Η έγκριση προϋποθέτει ειδική απαρτία και πλειοψηφία, ενώ πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα εξέτασης των σχετικών εγγράφων κατά το προβλεπόμενο δεκαήμερο πριν από τη συνέλευση. Η διαφωνία με τη συγχώνευση μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 50, να ενεργοποιήσει δικαιώματα εξόδου, εξαγοράς ή μεταβίβασης. Η συγχώνευση συντελείται με την απαιτούμενη καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., ενώ οι λοιπές υποχρεώσεις δημοσιότητας παραμένουν. Υπαίτια παράβαση καθηκόντων κατά την προετοιμασία ή πραγματοποίηση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου για αποκατάσταση τυχόν ζημίας (αρ. 19). Τέλος, η μονοετής παραγραφή περιορίζει χρονικά την προσωπική ευθύνη των πρώην συνεταίρων για τα χρέη που εμπίπτουν στο άρθρο 52. Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε το ειδικό πλαίσιο της συγχώνευσης με τη συμμετοχή ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας.

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).