Συγχώνευση με τη συμμετοχή ανώνυμης εταιρείας: οι ειδικές ρυθμίσεις
(αρ. 30–34, ν. 4601/2019)

Για τις συγχωνεύσεις στις οποίες συμμετέχει ανώνυμη εταιρεία, ο νόμος προβλέπει ειδικούς κανόνες που συμπληρώνουν το γενικό πλαίσιο της συγχώνευσης. Οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στην κεφαλαιουχική δομή της Α.Ε. και στην ύπαρξη διαφορετικών κατηγοριών μετόχων, ομολογιούχων και λοιπών δικαιούχων. Στο παρόν άρθρο εξετάζουμε τις ειδικές ρυθμίσεις για την ενημέρωση, τις πρόσθετες εγκρίσεις και την προστασία ειδικών δικαιωμάτων. Για τη διοίκηση και τους νομικούς συμβούλους, κρίσιμο είναι να εντοπίζονται έγκαιρα οι δικαιούχοι, οι απαιτούμενες ενέργειες και οι σχετικές προθεσμίες. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να προηγείται της οριστικοποίησης του οδικού χάρτη και του χρονοδιαγράμματος της συγχώνευσης.

Οι εφαρμοστέες διατάξεις

Όταν στη συγχώνευση συμμετέχει ανώνυμη εταιρεία, εφαρμόζονται, μαζί με τους γενικούς κανόνες της συγχώνευσης, ειδικές ρυθμίσεις για την Α.Ε. (αρ. 30–38). Οι ρυθμίσεις αυτές καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την ενημέρωση των μετόχων, τις ιδιαίτερες κατηγορίες μετοχών, τους ομολογιούχους και τους κατόχους λοιπών τίτλων. Ισχύουν τόσο στη συγχώνευση με απορρόφηση όσο και, αναλόγως, στη συγχώνευση με σύσταση νέας εταιρείας. Όπου δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση, εφαρμόζεται συμπληρωματικά το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας (ν. 4548/2018). Συνεπώς, ο νομικός έλεγχος πρέπει να συνδυάζει τους κανόνες του μετασχηματισμού με όσους διέπουν τα όργανα, τις μετοχές και τους τίτλους της Α.Ε.

Η ενημέρωση των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας

Οι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να μπορούν να εξετάζουν εγκαίρως τα βασικά έγγραφα της συγχώνευσης (αρ. 11 και 31). Η δυνατότητα αυτή παρέχεται συνεχώς από έναν τουλάχιστον μήνα πριν από τη γενική συνέλευση και έως το τέλος της συνεδρίασής της. Στα έγγραφα περιλαμβάνονται το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης και οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις διαχείρισης των τριών τελευταίων ετών. Περιλαμβάνονται επίσης, όταν απαιτούνται, η ενδιάμεση λογιστική κατάσταση, η έκθεση της διοίκησης για τη συγχώνευση και η έκθεση των εμπειρογνωμόνων. Ο μέτοχος δικαιούται, με απλή αίτηση, δωρεάν πλήρες αντίγραφο ή απόσπασμα, ενώ ο νόμος επιτρέπει υπό προϋποθέσεις ηλεκτρονική διάθεση μέσω της εταιρικής ιστοσελίδας (αρ. 11).

Η υποχρέωση ενημέρωσης δεν είναι απλή τυπικότητα. Η διοίκηση πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα απαιτούμενα έγγραφα είναι πλήρη, προσβάσιμα και διαθέσιμα για ολόκληρη τη νόμιμη περίοδο. Ελλιπής ή εκπρόθεσμη ενημέρωση μπορεί, ανάλογα με τη βαρύτητα του ελαττώματος, να επηρεάσει το κύρος της απόφασης που εγκρίνει τη συγχώνευση. Αν η εγκριτική απόφαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, μπορεί να τεθεί ζήτημα δικαστικής κήρυξης της ακυρότητας της ήδη συντελεσμένης συγχώνευσης (αρ. 20). Η σχετική αίτηση ασκείται, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του νόμου, μέσα σε τρεις μήνες από την καταχώριση της συγχώνευσης στο Γ.Ε.ΜΗ. Παράλληλα, τα μέλη του Δ.Σ. της απορροφώσας και της απορροφώμενης εταιρείας ευθύνονται έναντι των μετόχων τους για ζημία από υπαίτια παράβαση καθηκόντων κατά την προετοιμασία ή πραγματοποίηση της συγχώνευσης (αρ. 19). Διακριτή παραμένει η ευθύνη κάθε μέλους του Δ.Σ. έναντι της ίδιας της εταιρείας για ζημία από παράβαση των καθηκόντων του (αρ. 102 ν. 4548/2018). Για τον λόγο αυτό, είναι σκόπιμο να τηρείται αρχείο που αποδεικνύει ποια έγγραφα διατέθηκαν, πότε, με ποιον τρόπο και για πόσο χρόνο.

Η προστασία των ιδιαίτερων κατηγοριών μετόχων

Όταν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, η συγχώνευση μπορεί να θίγει δικαιώματα που συνδέονται ειδικά με μία ή περισσότερες από αυτές. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση της γενικής συνέλευσης τελεί επιπλέον υπό την έγκριση κάθε κατηγορίας μετόχων της οποίας τα δικαιώματα θίγονται (αρ. 32). Η προστασία δεν εξαρτάται μόνο από ρητή τροποποίηση του καταστατικού, αλλά από το αν η συγχώνευση επηρεάζει ουσιαστικά τα δικαιώματα της κατηγορίας.

Η έγκριση παρέχεται από ιδιαίτερη συνέλευση των μετόχων της θιγόμενης κατηγορίας, με τις αυξημένες απαιτήσεις απαρτίας και πλειοψηφίας που προβλέπονται για την Α.Ε. (αρ. 130 παρ. 3–4 και 132 παρ. 2 ν. 4548/2018). Για τη διοίκηση και τους νομικούς της συμβούλους, η κρίσιμη εργασία προηγείται της συνέλευσης: πρέπει να χαρτογραφηθούν οι κατηγορίες μετοχών, τα προνόμια και κάθε καταστατική ρύθμιση που τα διαμορφώνει.

Ο ρόλος της ιδιαίτερης συνέλευσης είναι εγκριτικός. Δεν αναδιαμορφώνει το σχέδιο συγχώνευσης, αλλά εγκρίνει ή απορρίπτει την απόφαση της γενικής συνέλευσης ως προς τη θιγόμενη κατηγορία. Επομένως, τυχόν πρόβλημα στα ειδικά δικαιώματα πρέπει να έχει εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί πριν συγκληθούν τα εταιρικά όργανα.

Η απαιτούμενη έγκριση κάθε θιγόμενης κατηγορίας αποτελεί προϋπόθεση για να ολοκληρωθεί έγκυρα η εταιρική έγκριση της συγχώνευσης. Αν παραλειφθεί, η διαδικασία δεν πρέπει να προχωρήσει ως έχει. Αν, παρά την παράλειψη, η συγχώνευση συντελεστεί με άκυρη ή ακυρώσιμη εγκριτική απόφαση, μπορεί να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός ακύρωσης της συγχώνευσης (αρ. 20).

Η πρακτική προστασία αρχίζει, επομένως, πριν από τη λήψη αποφάσεων. Η διοίκηση και οι (νομικοί-ιδίως) σύμβουλοι χρειάζονται πλήρη πίνακα κατηγοριών, δικαιωμάτων, απαιτούμενων εγκρίσεων και προθεσμιών, ώστε να αποφεύγονται ελαττώματα στο closing.

Η προστασία των ομολογιούχων δανειστών

Οι ομολογιούχοι δανειστές προστατεύονται ως πιστωτές της εταιρείας, αλλά ο ειδικός μηχανισμός δεν καλύπτει αδιακρίτως κάθε απαίτηση (αρ. 13 και 33). Αφορά απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν ολοκληρωθεί η δημοσιότητα του σχεδίου συγχώνευσης και δεν είχαν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την ολοκλήρωση αυτής της δημοσιότητας, ο ομολογιούχος μπορεί να ζητήσει κατάλληλες εγγυήσεις από την εταιρεία. Για να γεννηθεί η υποχρέωση παροχής τους, πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς ότι η συγχώνευση καθιστά αναγκαία πρόσθετη εξασφάλιση της απαίτησης. Επιπλέον, ο ομολογιούχος δεν πρέπει να έχει ήδη λάβει επαρκείς εγγυήσεις για τον ίδιο κίνδυνο (αρ. 13).

Αν η εταιρεία δεν παράσχει την απαιτούμενη εξασφάλιση ή ανακύψει διαφωνία για την επάρκειά της, ο ομολογιούχος μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο. Η αίτηση ασκείται επίσης μέσα στην ίδια προθεσμία των τριάντα ημερών και εκδικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα πρόσφορα μέτρα που κρίνει αναγκαία για την εξασφάλιση της συγκεκριμένης απαίτησης (αρ. 13). Συνεπώς, η προστασία λειτουργεί ως μηχανισμός εξασφάλισης και όχι ως γενικό δικαίωμα αναστολής ή αρνησικυρίας επί της συγχώνευσης.

Ο ειδικός αυτός μηχανισμός δεν εφαρμόζεται σε ομολογιούχους που εγκρίνουν τη συγχώνευση (αρ. 33). Η έγκριση μπορεί να δοθεί ατομικά ή, όταν οι ομολογιούχοι είναι οργανωμένοι σε ομάδα, με απόφαση της συνέλευσης της αντίστοιχης ομάδας. Αν υπάρχουν περισσότερες ομάδες ή περισσότερα ομολογιακά δάνεια, ο έλεγχος πρέπει να γίνεται χωριστά για καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις. Πριν θεωρηθεί ότι έχει δοθεί έγκριση, πρέπει να ελεγχθούν οι όροι του ομολογιακού δανείου, οι κανόνες της ομάδας και η αρμοδιότητα της συνέλευσης. Η έγκριση αποκλείει την ειδική προστασία των εγγυήσεων που περιγράφηκε παραπάνω˙ δεν καταργεί αυτομάτως διαφορετικά συμβατικά δικαιώματα που απορρέουν από τους όρους του δανείου. Αν δεν δοθεί έγκριση, η συγχώνευση δεν καθίσταται γι’ αυτόν τον λόγο άκυρη. Ο ομολογιούχος διατηρεί, όμως, το δικαίωμα να ζητήσει εξασφάλιση, εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις και τηρηθεί η τριακονθήμερη προθεσμία.

Η προστασία των κατόχων λοιπών τίτλων

Εκτός από μετόχους και ομολογιούχους, ειδική προστασία παρέχεται και σε κατόχους άλλων τίτλων, εκτός μετοχών, από τους οποίους απορρέουν ειδικά δικαιώματα (αρ. 34). Στην κατηγορία μπορούν να εντάσσονται, ανάλογα με τους όρους έκδοσης, ιδρυτικοί τίτλοι, τίτλοι κτήσης μετοχών και άλλα μέσα με ιδιαίτερα περιουσιακά δικαιώματα. Η καταγραφή τους πρέπει να προηγείται της οριστικοποίησης του σχεδίου συγχώνευσης, επειδή δεν προκύπτουν πάντοτε από την εξέταση του μετοχικού κεφαλαίου.

Η απορροφώσα εταιρεία οφείλει να παρέχει στους κατόχους αυτών των τίτλων δικαιώματα τουλάχιστον ισοδύναμα με εκείνα που είχαν στην απορροφώμενη εταιρεία (αρ. 34). Παράλληλα, το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης πρέπει να αναφέρει τα δικαιώματα που θα τους παρασχεθούν ή τα μέτρα που προτείνονται γι’ αυτούς (αρ. 7). Η ισοδυναμία δεν απαιτεί αναγκαστικά ταυτότητα μορφής, απαιτεί όμως να διατηρείται ουσιαστικά η νομική και οικονομική αξία του δικαιώματος.

Τα δικαιώματα μπορούν να τροποποιηθούν μόνο αν συναινέσει κάθε κάτοχος του αντίστοιχου τίτλου (αρ. 34). Η συγκατάθεση είναι ατομική και δεν υποκαθίσταται από συλλογική αποδοχή. Η ομάδα που επιμελείται τη συγχώνευση πρέπει, επομένως, να γνωρίζει όχι μόνο ποιοι τίτλοι υφίστανται, αλλά και ποιοι είναι οι φορείς των σχετικών δικαιωμάτων.

Ο νόμος (αρ. 34) δεν προβλέπει αυτοτελή ειδικό μηχανισμό ακύρωσης της συγχώνευσης όταν παραβιάζεται η υποχρέωση παροχής ισοδύναμων δικαιωμάτων. Η παράβαση, όμως, δεν πρέπει να θεωρείται χωρίς συνέπειες. Ανάλογα με τη φύση του τίτλου και του δικαιώματος, μπορεί να γεννηθούν αξιώσεις για την παροχή του οφειλόμενου ισοδύναμου δικαιώματος ή για αποκατάσταση ζημίας κατά τις εφαρμοστέες γενικές διατάξεις. Αν η παράβαση συνδέεται και με ελάττωμα της εταιρικής εγκριτικής απόφασης, το ζήτημα του κύρους απαιτεί χωριστή αξιολόγηση υπό τους όρους της ακύρωσης της συγχώνευσης (αρ. 20). Για την απορροφώσα εταιρεία, ασφαλέστερη πρακτική είναι η έγκαιρη καταγραφή των τίτλων και η οριστική διευθέτηση των επιμέρους δικαιωμάτων τους πριν από την εταιρική έγκριση.

Συνοπτικά: Πρακτική σημασία και αξία

Οι ειδικοί κανόνες για τη συμμετοχή Α.Ε. στη συγχώνευση δεν προσθέτουν απλώς τυπικά βήματα στην όλη διαδικασία. Κατανέμουν συγκεκριμένους κινδύνους μεταξύ διοίκησης, μετόχων, ομολογιούχων και κατόχων λοιπών τίτλων. Ο ασφαλής σχεδιασμός αρχίζει με ενιαία χαρτογράφηση κατηγοριών μετοχών, ομολογιακών δανείων, λοιπών τίτλων, δικαιωμάτων, εγκρίσεων και κρίσιμων προθεσμιών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η διάκριση μεταξύ ελαττωμάτων που μπορούν να επηρεάσουν την εταιρική έγκριση και παραβάσεων που γεννούν κυρίως αξιώσεις προστασίας ή αποζημίωσης. Η διάκριση αυτή επηρεάζει άμεσα το closing, τη διαχείριση ευθύνης και το συναλλακτικό κόστος. Στο επόμενο άρθρο εξετάζουμε τις απλουστευμένες απορροφήσεις όταν η απορροφώσα Α.Ε. κατέχει το 100% ή τουλάχιστον το 90% της απορροφώμενης εταιρείας. Εξετάζουμε επίσης την εξαγορά, η οποία εξομοιώνεται με συγχώνευση με απορρόφηση, και την προστασία από αδικαιολόγητα χαμηλό αντίτιμο εξαγοράς.-

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).

Related Άρθρα