Η κανονιστική συμμόρφωση ως επιχειρηματική επένδυση (νομική στρατηγική, εταιρική διακυβέρνηση και risk management)

Η συζήτηση για την κανονιστική συμμόρφωση και τις πιστοποιήσεις των επιχειρήσεων αρχίζει συχνά από ένα πρακτικό ερώτημα: μας είναι πράγματι χρήσιμες; Ακολουθούν, συνήθως, και τα επόμενα: Δικαιολογούν το κόστος τους; Απαιτούνται για διαγωνισμό, συνεργασία ή ενίσχυση της εταιρικής εικόνας; Μπορούν να λειτουργήσουν ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Η αφετηρία είναι εύλογη, αλλά με περιορισμένα όρια. Η αγορά, οι χρηματοδότες και οι δυνητικοί επενδυτές δεν αξιολογούν πλέον, μόνο, την ύπαρξη πιστοποιητικών. Εξετάζουν αν η επιχείρηση διαθέτει οργανωμένο και λειτουργικό σύστημα κανονιστικής συμμόρφωσης, ικανό να στηρίξει τη διοίκηση και την επιχειρηματική λειτουργία. Το σύστημα αυτό πρέπει να μειώνει κινδύνους, να παράγει αξιόπιστη τεκμηρίωση και να αντέχει σε έλεγχο.

Κανονιστική συμμόρφωση: ένα, ακόμα, «βάρος»;

Κανονιστική συμμόρφωση είναι η οργανωμένη ικανότητα της επιχείρησης να γνωρίζει, να εφαρμόζει και να αποδεικνύει τη συμμόρφωσή της με τις υποχρεώσεις που τη διέπουν. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν απορρέουν μόνο από τη νομοθεσία. Προκύπτουν επίσης από άδειες, εποπτικές απαιτήσεις, συμβάσεις, χρηματοδοτικές δεσμεύσεις και πολιτικές που η ίδια η επιχείρηση έχει υιοθετήσει. Δεν πρόκειται, επομένως, για περιφερειακή νομική λειτουργία, η οποία ενεργοποιείται όταν εμφανιστεί έλεγχος, καταγγελία ή διαφορά. Αποτελεί τμήμα της επιχειρηματικής οργάνωσης, της εταιρικής διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων.

Οι επιχειρήσεις λειτουργούν μέσα σε σύνθετο περιβάλλον απαιτήσεων: προσωπικά δεδομένα, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη, εργασιακές σχέσεις, υγεία και ασφάλεια, περιβάλλον, ανταγωνισμός, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαφθοράς, ESG, δημόσιες συμβάσεις και συμβατικές υποχρεώσεις.

Η συμμόρφωση, συνεπώς, δεν είναι μόνο «άμυνα». Είναι όρος συμμετοχής σε απαιτητικές αγορές, μέσο ανάπτυξης και, συχνά, προϋπόθεση επιχειρηματικής συνέχειας.

Από την εταιρική διακυβέρνηση στη συμμόρφωση και τη διαχείριση κινδύνων

Η εταιρική διακυβέρνηση καθορίζει ποιος αποφασίζει, ποιος εποπτεύει και ποιος λογοδοτεί. Η κανονιστική συμμόρφωση μετατρέπει τις αρχές αυτές σε καθημερινές διαδικασίες. Το risk management επιτρέπει στη διοίκηση να εντοπίζει, να αξιολογεί και να ιεραρχεί την έκθεσή της.

Οι τρεις λειτουργίες είναι αλληλένδετες. Χωρίς σαφή διακυβέρνηση, οι ευθύνες διαχέονται. Χωρίς σύστημα συμμόρφωσης, οι αρχές δεν μετατρέπονται σε ελέγχους. Χωρίς αξιολόγηση κινδύνων, η διοίκηση δεν γνωρίζει πού/πώς πρέπει να διαθέσει ανθρώπους, χρόνο και προϋπολογισμό.

Νεότερα κανονιστικά πλαίσια απαιτούν ολοένα συχνότερα έγκριση, εποπτεία, αναφορά και τεκμηρίωση σε επίπεδο διοίκησης. Η συμμόρφωση παύει έτσι να αποτελεί ειδικό έργο του Legal. Εντάσσεται στον πυρήνα της στρατηγικής, της ανθεκτικότητας και της υπεύθυνης διοίκησης.

Από την τήρηση κανόνων στην αρχιτεκτονική συμμόρφωσης

Στις περισσότερες επιχειρήσεις η συμμόρφωση παραμένει αποσπασματική. Ένα έγγραφο συντάσσεται, ένας όρος ελέγχεται και μια πολιτική υιοθετείται. Το μοντέλο αυτό δεν αρκεί όταν οι κίνδυνοι είναι συνεχείς, αλληλένδετοι και συχνά διασυνοριακοί.

Η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται ανάμεσα σε νομικό σύμβουλο, HR, IT, λογιστήριο και εξωτερικούς συνεργάτες. Χρειάζονται σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, διαδικασία κλιμάκωσης και ενιαία εποπτεία. Ο επιχειρησιακός ιδιοκτήτης πρέπει να παραμένει υπεύθυνος για τη λειτουργία που δημιουργεί τον κίνδυνο. Οι ειδικές λειτουργίες υποστηρίζουν, ελέγχουν και αμφισβητούν. Η διοίκηση εποπτεύει τους ουσιώδεις κινδύνους και παρακολουθεί την αντιμετώπισή τους.

Μια ώριμη επιχείρηση χρειάζεται αρχιτεκτονική συμμόρφωσης αναλογική προς το μέγεθος, τη δραστηριότητα και τη γεωγραφική έκθεσή της. Χρειάζεται χαρτογράφηση υποχρεώσεων, αξιολόγηση κινδύνων, υπευθύνους, προθεσμίες, ελέγχους και παρακολούθηση αποκλίσεων.

Οι πολιτικές πρέπει να μεταφράζονται σε πρακτικές οδηγίες, εκπαίδευση, μηχανισμούς αναφοράς και διορθωτικές ενέργειες. Πρέπει επίσης να αναθεωρούνται όταν αλλάζουν η δραστηριότητα, τα συστήματα ή οι κίνδυνοι˙ βεβαίως και το θεσμικό πλαίσιο.

Εδώ βρίσκεται η στρατηγική αξία της νομικής συμβουλής. Ο δικηγόρος δεν αρκεί να γνωστοποιεί ή να ερμηνεύει τον κανόνα. Οφείλει να συμβάλλει στη μετατροπή του σε εφαρμόσιμη εταιρική πρακτική.

Η αποδεικτική διάσταση της συμμόρφωσης

Από νομική σκοπιά, η συμμόρφωση κρίνεται συχνά τη στιγμή της απόδειξης. Σε έναν έλεγχο ή σε μια αντιδικία δεν αρκεί η επίκληση καλής πρόθεσης. Η επιχείρηση πρέπει να αποδείξει τι γνώριζε, τι προέβλεψε, τι οργάνωσε και πώς το εφάρμοσε. Πρέπει να προκύπτουν η ισχύουσα πολιτική, η ανάθεση ευθύνης, η εκπαίδευση και οι έλεγχοι. Πρέπει επίσης να αποδεικνύονται η απόκλιση, η αξιολόγησή της και η διορθωτική ενέργεια που ακολούθησε.

Η τεκμηρίωση πρέπει να δημιουργείται κατά τον χρόνο της απόφασης. Εκ των υστέρων πρακτικές, ασαφείς εγκρίσεις ή πολιτικές χωρίς ίχνος εφαρμογής εμφανίζονται λιγότερο αξιόπιστες.

Η οργανωμένη συμμόρφωση δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ευθύνη. Μπορεί, όμως, να επηρεάσει ουσιαστικά την αξιολόγηση της επιμέλειας, της υπαιτιότητας και της αναλογικότητας των μέτρων.

Αντίστροφα, μια αυστηρή πολιτική που αγνοήθηκε συστηματικά μπορεί να επιβαρύνει την επιχείρηση. Καταδεικνύει ότι ο κίνδυνος ήταν γνωστός, αλλά τα προβλεπόμενα μέτρα δεν εφαρμόστηκαν.

Για τον νομικό σύμβουλο, η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη. Η συμμόρφωση δεν υπηρετεί μόνο την πρόληψη. Στηρίζει και τεκμηριώνει αξιόπιστη νομική θέση, όταν απαιτηθεί υπεράσπιση.

Εταιρική διακυβέρνηση και ευθύνη διοίκησης

Η διοίκηση δεν αξιολογείται μόνο από τις οικονομικές επιδόσεις. Αξιολογείται και από την ικανότητά της να γνωρίζει, να εποπτεύει και να ελέγχει κρίσιμους κινδύνους.

Η έκθεση δεν αφορά μόνο το νομικό πρόσωπο. Ανάλογα με τον κανόνα και τον ρόλο τους, μέλη της διοίκησης και αρμόδια στελέχη μπορεί να αντιμετωπίσουν αστική, διοικητική ή ποινική ευθύνη.

Η ευθύνη δεν συνδέεται μόνο με άμεση συμμετοχή σε παράβαση. Μπορεί να συνδέεται με ανεπαρκή οργάνωση, αδικαιολόγητη άγνοια ή παράλειψη αντίδρασης σε σαφείς προειδοποιήσεις.

Η ανάθεση σε εξειδικευμένα στελέχη ή εξωτερικούς συμβούλους είναι συχνά αναγκαία. Δεν υποκαθιστά, όμως, την εποπτεία ούτε απαλλάσσει αυτομάτως το αρμόδιο όργανο.

Η διοίκηση πρέπει να λαμβάνει ουσιώδη πληροφόρηση, να θέτει προτεραιότητες και να κατανέμει πόρους. Πρέπει επίσης να ελέγχει αν οι αποφάσεις και οι διορθωτικές ενέργειες ολοκληρώθηκαν.

Risk management και επιχειρηματική αξία

Η μη συμμόρφωση σπάνια κοστίζει μόνο ένα διοικητικό πρόστιμο. Μπορεί να επιφέρει αποζημιώσεις, περιορισμό λειτουργίας, απώλεια άδειας ή ποινική έκθεση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε απώλεια πελάτη, καταγγελία σύμβασης ή αποκλεισμό από διαγωνισμό.

Στις συνέπειες προστίθενται η επιχειρησιακή διακοπή, η δαπανηρή αποκατάσταση, η βλάβη της φήμης και η δυσχέρεια χρηματοδότησης. Σε συναλλαγές μπορεί να οδηγήσει σε βαρύτερες εγγυήσεις, ειδικές αποζημιώσεις, πλήρωση διαλυτικών αιρέσεων ή μείωση αποτίμησης.

Η επένδυση στη συμμόρφωση δεν μηδενίζει τον κίνδυνο. Τον καθιστά ορατό, αξιολογήσιμο και διαχειρίσιμο. Η διοίκηση γνωρίζει ποιο ρίσκο αναλαμβάνει, ποιο πρέπει να περιορίσει και ποιο δεν μπορεί νόμιμα να αποδεχθεί.

Η συνειδητή παράβαση δεν αποτελεί θεμιτή επιχειρηματική επιλογή επειδή η πιθανή κύρωση φαίνεται οικονομικά ανεκτή.

Η συμμόρφωση λειτουργεί έτσι ως εργαλείο δημιουργίας και διατήρησης αξίας. Προστατεύει έσοδα, άδειες, δεδομένα, σχέσεις, φήμη και επιχειρησιακή συνέχεια.

Ο (επικουρικός) ρόλος της πιστοποίησης

Η πιστοποίηση πρέπει να τοποθετείται στη σωστή της θέση. Δεν ταυτίζεται με την κανονιστική συμμόρφωση και δεν αποτελεί γενικό πιστοποιητικό νομιμότητας.

Επιβεβαιώνει, κατά κανόνα, ότι συγκεκριμένο σύστημα, δραστηριότητα ή πεδίο αξιολογήθηκε βάσει ορισμένου προτύπου. Η βαρύτητά της εξαρτάται από το πεδίο, τον φορέα, τη διάρκεια ισχύος και την πραγματική εφαρμογή του συστήματος.

Πιστοποιητικό άλλης εταιρείας του ομίλου ή περιορισμένης δραστηριότητας δεν καλύπτει αναγκαστικά τη συγκεκριμένη συνεργασία. Για τον λόγο αυτό, στο due diligence η πιστοποίηση αποτελεί την αφετηρία και όχι το τέλος της διερεύνησης.

Η πραγματική αξία της πιστοποίησης βρίσκεται στη διαδικασία που προηγείται και στους επαναλαμβανόμενους ελέγχους που ακολουθούν. Βοηθά την επιχείρηση να δομήσει διαδικασίες, να ορίσει ρόλους και να δημιουργήσει εσωτερική πειθαρχία.

Η πιστοποίηση ως εμπορικό και συμβατικό πλεονέκτημα

Σε δημόσιους διαγωνισμούς, διεθνείς συνεργασίες και απαιτητικές εφοδιαστικές αλυσίδες, η πιστοποίηση λειτουργεί συχνά ως φίλτρο αξιολόγησης ή προϋπόθεση συμμετοχής.

Η τεκμηριωμένη συμμόρφωση μειώνει την αβεβαιότητα του αντισυμβαλλομένου και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της επιχείρησης. Μπορεί να περιορίσει πρόσθετες εγγυήσεις, αυστηρότερες ρήτρες ή χρονοβόρους ελέγχους.

Η κανονιστική ωριμότητα έχει συνεπώς οικονομική αξία. Η αξία αυτή δεν αποτυπώνεται πάντα άμεσα, αλλά γίνεται εμφανής σε χρηματοδοτήσεις, μεγάλες συμβάσεις και επενδυτικές συναλλαγές.

Η παγίδα του «paper compliance»

Υπάρχει, ωστόσο, σοβαρός κίνδυνος: η μετατροπή της συμμόρφωσης σε παραγωγή εγγράφων. Πολιτικές που δεν εφαρμόζονται, εκπαιδεύσεις χωρίς ουσία και έλεγχοι χωρίς ίχνος δεν μειώνουν τον κίνδυνο.

Το paper compliance δημιουργεί ψευδή ασφάλεια. Αποκαλύπτει απόσταση ανάμεσα στη δηλωμένη θέση και στην πραγματική λειτουργία. Σε έλεγχο ή διαφορά, η απόσταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά.

Ο σύγχρονος ρόλος του νομικού συμβούλου δεν εξαντλείται στην εκ των υστέρων διαχείριση προβλημάτων. Συνδέει τη νομική απαίτηση με τον επιχειρησιακό ιδιοκτήτη, τον έλεγχο και τη διορθωτική δράση. Δεν υποκαθιστά τη διοίκηση ούτε τις λειτουργίες που εφαρμόζουν τις διαδικασίες. Η αξία της νομικής εργασίας κρίνεται από το αν ο κανόνας μετατράπηκε σε εφαρμόσιμη πρακτική και σε αποδεικτικό ίχνος που αντέχει σε έλεγχο.

Η κανονιστική συμμόρφωση, η εταιρική διακυβέρνηση και το risk management δεν αποτελούν πλέον «εξωτικές» ή «πολυτελείς» έννοιες για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αποτελούν κρίσιμες επενδύσεις. Ένα πιστοποιητικό δεν προσδίδει, από μόνο του, αξία στην επιχείρηση. Αποκτά αξία όταν επιβεβαιώνει πραγματική γνώση των κινδύνων, οργάνωση διαδικασιών, έλεγχο εφαρμογής και αξιόπιστη τεκμηρίωση. Για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν βιώσιμη ανάπτυξη, θεσμική αξιοπιστία, πρόσβαση σε απαιτητικές αγορές, ελκυστική χρηματοδότηση και σημαντικούς επενδυτές, η συμμόρφωση δεν είναι απλώς κόστος. Είναι τμήμα της επιχειρηματικής στρατηγικής και προϋπόθεση αξιόπιστης λειτουργίας και ανάπτυξης. Πώς μετατρέπεται, όμως, η γενική αυτή επιλογή σε λειτουργικό σύστημα; Η αφετηρία βρίσκεται στον κανονιστικό χάρτη, στην αξιολόγηση κινδύνων, στην κατανομή ρόλων και στους μηχανισμούς ελέγχου. Αυτά αποτελούν το αντικείμενο του επόμενου άρθρου της σειράς.

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για την κανονιστική συμμόρφωση με business view, πάντοτε, προσέγγιση.