Η έγκριση της συγχώνευσης και η σύμβαση συγχώνευσης
Η έγκριση και σύμβαση συγχώνευσης αποτελούν το κρίσιμο στάδιο κατά το οποίο η εταιρική βούληση αποκτά δεσμευτική και εκτελεστή μορφή. Η συγχώνευση μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική και οικονομική θέση των εταιρειών που συμμετέχουν. Για τον λόγο αυτό, η προηγούμενη έγκρισή της από τα αρμόδια εταιρικά όργανα είναι απολύτως αναγκαία. Ο νομοθέτης προβλέπει ειδικό πλαίσιο έγκρισης του προτεινόμενου μετασχηματισμού. Παράλληλα, ρυθμίζει τα δικαιώματα των εταίρων και μετόχων, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων.
Η απόφαση έγκρισης της συγχώνευσης
Σύμφωνα με τον νόμο (άρ. 14 ν. 4601/2019), η απόφαση έγκρισης της συγχώνευσης ανήκει στο ανώτατο όργανο κάθε συμμετέχουσας εταιρείας. Πρόκειται, κατά περίπτωση, για τη συνέλευση των μετόχων ή για τους εταίρους της. Η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστική. Ασκείται με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπονται για τον οικείο εταιρικό τύπο. Οι σχετικές απαιτήσεις προκύπτουν είτε από τον νόμο είτε από το καταστατικό κάθε συμμετέχουσας εταιρείας.
Ο νόμος (άρ. 14) λειτουργεί ως γενική διάταξη και συμπληρώνεται από τις ειδικότερες ρυθμίσεις ανά εταιρική μορφή. Έτσι, στις προσωπικές εταιρείες, η απόφαση απαιτεί καταρχήν ομοφωνία. Η εταιρική σύμβαση μπορεί, πάντως, να προβλέπει πλειοψηφία τουλάχιστον 3/4 του όλου αριθμού των εταίρων (άρ. 27 ν. 4601/2019). Στις ΑΕ απαιτείται αυξημένη απαρτία του 1/2 του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Απαιτείται, επίσης, πλειοψηφία των 2/3 των εκπροσωπούμενων ψήφων (άρ. 130 και 132 4548/2018). Στις ΙΚΕ απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των εταιρικών μεριδίων (άρ. 72 και 68 ν. 4072/2012). Για τις ΕΠΕ προϋποτίθεται πλειοψηφία άνω του 1/2 των εταίρων. Οι εταίροι αυτοί πρέπει να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του κεφαλαίου (άρ. 41 § 1 του ν. 4601/2019 και άρ. 38 ν. 3190/1955).
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει διαφορετικά ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας. Αυτό ισχύει μόνον εφόσον, και στον βαθμό που, το επιτρέπει η νομοθεσία του οικείου εταιρικού τύπου. Αντιθέτως, δεν γίνεται δεκτή καταστατική πρόβλεψη που αποκλείει εκ των προτέρων τη συμμετοχή της εταιρείας σε συγχώνευση. Μια τέτοια πρόβλεψη θα αναιρούσε, εξάλλου, τον σκοπό του σχετικού νόμου (ν. 4601/2019).
Η εγκριτική απόφαση πρέπει να καλύπτει το σύνολο του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί. Με τη λήψη της, δεσμεύονται η εταιρεία και τα όργανά της. Αν το σχέδιο δεν εγκριθεί από το αρμόδιο όργανο έστω μίας συμμετέχουσας, εταιρείας, η συγχώνευση ματαιώνεται.
Ιδιαίτερο ζήτημα ανακύπτει ως προς τη δυνατότητα του εγκριτικού οργάνου να τροποποιήσει το σχέδιο κατά τη λήψη της απόφασης. Κατά μία (και ορθή) άποψη, η συνέλευση ή οι εταίροι δεν περιορίζονται σε απλή έγκριση ή απόρριψη του σχεδίου˙ μπορούν να τροποποιούν το περιεχόμενό του. Το ζήτημα παραμένει, πάντως, εριζόμενο. Σε κάθε περίπτωση, οι τροποποιήσεις πρέπει να εγκριθούν και από τα αρμόδια όργανα των λοιπών συμμετεχουσών,εταιρειών. Αν αυτό δεν συμβεί, η συγχώνευση ματαιώνεται.
Τέλος, η εγκριτική απόφαση μπορεί να περιλαμβάνει και την έγκριση αναγκαίων τροποποιήσεων του καταστατικού της απορροφώσας εταιρείας. Αυτό αφορά ιδίως μεταβολές στο κεφάλαιο ή στους εταιρικούς σκοπούς, όταν επιβάλλονται από τη συγχώνευση.
Εξαιρέσεις
Από τον κανόνα της έγκρισης του σχεδίου από τη συνέλευση ή τους εταίρους προβλέπονται εξαιρέσεις, που περιλαμβάνονται, επίσης, στον νόμο (άρ. 35 & 36 ν. 4601/2019). Αφορούν περιπτώσεις απορρόφησης, στις οποίες η απορροφώσα εταιρεία κατέχει ήδη το σύνολο (100%) ή το 90% της απορροφώμενης. Η συμμετοχή μπορεί να αφορά μετοχές ή εταιρικές συμμετοχές, ανάλογα με τον εταιρικό τύπο.
Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάγκη λήψης εγκριτικής απόφασης από τη συνέλευση της απορροφώσας εταιρείας εμφανίζεται περιορισμένη. Η εταιρική βούληση της απορροφώμενης ελέγχεται ήδη, ουσιαστικά, από την απορροφώσα. Για τον λόγο αυτό, η συγχώνευση μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης της απορροφώσας εταιρείας. Αυτό ισχύει υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του νόμου (άρ. 35 και 36), οι οποίες θα αναλυθούν σε επόμενο άρθρο μας. Ειδικά στην περίπτωση του άρ. 35, δεν απαιτείται εγκριτική απόφαση ούτε της απορροφώμενης εταιρείας.
Ειδικές κατηγορίες συμμετοχών
Σύμφωνα με ειδική ρύθμιση του νόμου (άρ. 14§2, ν. 4601/2019), όταν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες εταιρικών συμμετοχών, απαιτείται χωριστή έγκριση. Το σχέδιο υποβάλλεται σε κάθε κατηγορία μετόχων ή εταίρων, όταν τα δικαιώματά της θίγονται ή επηρεάζονται από τη συγχώνευση. Γίνεται δεκτό ότι η διάταξη εφαρμόζεται και όταν η επίδραση δεν είναι άμεση. Αρκεί να είναι έμμεση ή να πρόκειται να εκδηλωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Το πεδίο εφαρμογής καλύπτει προνομιούχες μετοχές. Καλύπτει, επίσης, κάθε ειδική μορφή συμμετοχής που αποκλίνει από την κοινή εταιρική συμμετοχή.
Η πρακτική εμβέλεια της διάταξης είναι περιορισμένη και διαφοροποιείται ανά εταιρικό τύπο. Στις προσωπικές εταιρείες, λόγω της αρχής της ισότητας των εταιρικών συμμετοχών, δεν νοούνται περισσότερες κατηγορίες συμμετοχών. Επομένως, δεν φαίνεται να καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης. Το ίδιο ισχύει, κατά κανόνα, για τους συνεταιρισμούς. Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει σε ειδικές περιπτώσεις, όπως στους πιστωτικούς συνεταιρισμούς με προαιρετικές προνομιούχες μερίδες.
Στις ΕΠΕ είναι δυνατή καταστατική απόκλιση. Στις ΙΚΕ, καταρχήν, δεν φαίνεται να καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του άρθρου. Τα εταιρικά μερίδια παριστούν όλα τα είδη εισφορών. Ωστόσο, ειδικά δικαιώματα ή διαφοροποιήσεις ψήφου μπορούν να δημιουργήσουν ιδιαίτερη κατηγορία συμμετοχής.
Στις ΑΕ εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις του νόμου (άρ. 32-34 του ν. 4601/2019). Οι εν λόγω διατάξεις αφορούν κατηγορίες μετόχων, ομολογιούχους και κατόχους άλλων τίτλων. Επομένως, η έγκριση απαιτείται μόνο όταν η συγχώνευση θίγει τα δικαιώματα της ειδικής κατηγορίας. Η έννοια της επίδρασης είναι ευρεία. Μπορεί να καλύπτει και έμμεσες ή μελλοντικές συνέπειες. Παραδείγματα αποτελούν η αλλοίωση ποσοστών συμμετοχής, η απώλεια ειδικών δικαιωμάτων ή η συμμετοχή υπερχρεωμένης εταιρείας.
Η σύμβαση συγχώνευσης
(α) Ο τύπος της σύμβασης συγχώνευσης
Μετά τη λήψη της εγκριτικής απόφασης, οι εκπρόσωποι των εταιρειών καταρτίζουν τη σύμβαση συγχώνευσης. Ο απαιτούμενος τύπος της σύμβασης ρυθμίζεται από τον νόμο (άρ. 15 ν. 4601/2019). Η διάταξη αυτή εισάγει ειδική εξαίρεση από την αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών.
Ως γενικός κανόνας, η σύμβαση συγχώνευσης καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο. Το έγγραφο αυτό πρέπει να φέρει θεώρηση από συμβολαιογράφο, δικηγόρο ή αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο.
Κατ’ εξαίρεση, απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος όταν στη συγχώνευση συμμετέχει εταιρεία για τη σύσταση της οποίας απαιτείται, καταρχήν, συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αυτό ισχύει είτε η εταιρεία είναι απορροφώσα είτε απορροφώμενη. Ενδεικτικά, η απαίτηση αφορά Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ευρωπαϊκή Εταιρεία (S.E.) και Αστικό Συνεταιρισμό. Αφορά, επίσης, την Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία (S.E.C.). Συμβολαιογραφικός τύπος απαιτείται και όταν τον επιβάλλει άλλος νόμος. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η μεταβίβαση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων μέσω της συγχώνευσης.
(β) Το περιεχόμενο της σύμβασης συγχώνευσης
Ο νόμος (ν. 4601/2019) δεν ρυθμίζει εξαντλητικά το περιεχόμενο της σύμβασης συγχώνευσης. Η σύμβαση πρέπει, πάντως, να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που εμπεριέχει το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης (αρ. 7). Πρέπει, επίσης, να ανταποκρίνεται στις ειδικές διατάξεις που διέπουν τον οικείο εταιρικό τύπο.
Πέραν των υποχρεωτικών αυτών στοιχείων, το περιεχόμενο διαμορφώνεται με βάση την ιδιωτική αυτονομία των μερών. Η ρύθμιση εφαρμόζεται σε όλες τις μορφές συγχώνευσης. Καλύπτει και συγχωνεύσεις εταιρειών που έχουν λυθεί, καθώς και ειδικές μορφές απορρόφησης ή εξαγοράς. Αυτό ισχύει εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη νομοθετική πρόβλεψη.
Η έγκριση της συγχώνευσης και η κατάρτιση της σύμβασης αποτελούν το κρίσιμο σημείο μετάβασης από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Σε αυτό το στάδιο, η εταιρική βούληση αποκτά δεσμευτική μορφή. Παράλληλα, η σύμβαση συγχώνευσης συγκεντρώνει τους ουσιώδεις όρους του μετασχηματισμού και τους καθιστά επιχειρησιακά εφαρμόσιμους. Για τις διοικήσεις, τους μετόχους, τους εταίρους και τους συμβούλους, η ακρίβεια στο στάδιο αυτό δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση ασφάλειας, συντονισμού και ορθής εκτέλεσης της συναλλαγής. Στο επόμενο άρθρο της σειράς θα εξετάσουμε τη δημοσιότητα και τον προληπτικό έλεγχο. Εκεί θα φανεί πώς η ήδη διαμορφωμένη εταιρική βούληση περνά στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας και της προστασίας των τρίτων.-
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).