Η ακύρωση της συγχώνευσης: Δικονομικά και διαδικαστικά
(αρ. 20 ν. 4601/2019)
Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας εξετάσαμε τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση της συγχώνευσης, καθώς και τις συνέπειες της σχετικής δικαστικής απόφασης. Η αποτελεσματική αμφισβήτηση του κύρους μιας συγχώνευσης προϋποθέτει την τήρηση συγκεκριμένων δικονομικών κανόνων. Το σχετικό πλαίσιο ρυθμίζει τη φύση της δίκης, τα νομιμοποιούμενα πρόσωπα, τις προθεσμίες και τη διαδικασία άσκησης της σχετικής αίτησης. Ρυθμίζει, επίσης, τη δημοσιότητα και τα αποτελέσματα της δικαστικής απόφασης. Οι κανόνες αυτοί δεν συνιστούν τυπικές λεπτομέρειες. Καθορίζουν αν η αμφισβήτηση θα είναι παραδεκτή, έγκαιρη, έγκυρη και, τελικά, αποτελεσματική. Εξετάζουμε εδώ τις βασικές διαδικαστικές πτυχές της ακύρωσης της συγχώνευσης. Εξετάζουμε, επίσης, πώς οι πτυχές αυτές εξισορροπούν την προστασία των ενδιαφερομένων με την ασφάλεια των συναλλαγών.
Η αίτηση ακύρωσης της συγχώνευσης
(α) Η φύση της δίκης και η άσκηση της σχετικής αίτησης
Η ακύρωση της συγχώνευσης επιδιώκεται με ειδική αίτηση που υπάγεται στην εκούσια δικαιοδοσία. Πρόκειται, ειδικότερα, για περίπτωση μη γνήσιας εκούσιας δικαιοδοσίας. Αντικείμενο της δίκης είναι η αμφισβήτηση του κύρους ήδη καταχωρισμένης συγχώνευσης. Για τον λόγο αυτό, η ακυρότητα δεν μπορεί να προβάλλεται παρεμπιπτόντως ή κατ’ ένσταση. Πρέπει να ασκηθεί η ειδική αίτηση ακύρωσης. Η επιλογή λανθασμένης δικονομικής οδού είναι δυνατό να οδηγήσει σε απώλεια προστασίας, ακόμη και όταν υπάρχει ουσιαστική πλημμέλεια.
Η αίτηση κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της απορροφώσας ή οποιασδήποτε απορροφώμενης εταιρείας. Πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την καταχώριση της συγχώνευσης στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προθεσμία αυτή είναι κρίσιμη. Τυχόν υπέρβασή της είναι δυνατό να κλείσει οριστικά τον δρόμο της ακύρωσης, μετατοπίζοντας την προστασία σε αποζημιωτικές αξιώσεις.
Για το παραδεκτό της συζήτησης απαιτείται κλήτευση της απορροφώσας εταιρείας, σύμφωνα με τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας. Απαιτείται, επίσης, δημοσίευση της αίτησης στο Γ.Ε.ΜΗ. Η παράλειψη των ενεργειών αυτών μπορεί να οδηγήσει σε απαράδεκτο ή καθυστέρηση. Για τον λόγο αυτό, η σχετική αίτηση πρέπει να δομείται, εξαρχής, με δικονομική ακρίβεια.
(β) Τα νομιμοποιούμενα πρόσωπα
Δικαίωμα άσκησης της αίτησης έχουν οι μέτοχοι ή εταίροι της εταιρείας στην οποία εμφανίστηκε το σχετικό ελάττωμα. Απαιτείται να μην συμμετείχαν στη λήψη της απόφασης έγκρισης ή, έστω, να αντιτάχθηκαν σε αυτή. Όταν η ακυρότητα στηρίζεται σε ακυρώσιμη απόφαση, τίθεται πρόσθετη προϋπόθεση συμμετοχής. Οι αιτούντες πρέπει να εκπροσωπούν το 1/20, τουλάχιστον, του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου. Ο έλεγχος ενεργητικής νομιμοποίησης προηγείται, σε κάθε περίπτωση.
Στις περιπτώσεις έλλειψης, ανυπόστατης ή άκυρης εταιρικής απόφασης νομιμοποιούνται, επίσης, οι πιστωτές της συγκεκριμένης εταιρείας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να διαθέτουν έννομο συμφέρον. Αντίθετα, όταν η πλημμέλεια αφορά ακυρωσία της απόφασης της συνέλευσης, οι πιστωτές δεν μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση. Η διάκριση έχει πρακτική αξία, καθώς καθορίζει ποιος μπορεί να κινηθεί και με ποιο μέσο.
Ο νόμος δεν αναγνωρίζει δικαίωμα άσκησης της αίτησης στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διαχειριστές των συμμετεχουσών εταιρειών. Η επιλογή αυτή συνδέεται με τον σκοπό της ακύρωσης. Η διαδικασία προστατεύει πρωτίστως τους εταίρους/μετόχους και τους πιστωτές που επηρεάζονται από το κύρος του μετασχηματισμού. Δεν αποτελεί εργαλείο εσωτερικής διοικητικής αντιπαράθεσης. Για τα μέλη διοίκησης, η ευθύνη μετατοπίζεται κυρίως στην ορθή προετοιμασία, ενημέρωση και τεκμηρίωση.
Η ακυρωτική απόφαση
(α) Ο διαπλαστικός χαρακτήρας της απόφασης και erga omnes ενέργεια
Η απόφαση που κάνει δεκτή την αίτηση ακύρωσης της συγχώνευσης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα. Μεταβάλλει τη νομική κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη συντέλεση της συγχώνευσης. Για τον λόγο αυτό, η διαπλαστική ενέργεια και το δεδικασμένο της εκτείνονται έναντι όλων. Καταλαμβάνουν, ιδίως, το σύνολο των εταίρων ή μετόχων των εταιρειών που συμμετείχαν στη συγχώνευση. Αντίθετα, η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση ενεργεί, καταρχήν, μόνο μεταξύ των διαδίκων.
Η δίκη ακύρωσης της συγχώνευσης παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, τόσο λόγω του χαρακτήρα της (ως υπόθεσης μη γνήσιας εκούσιας δικαιοδοσίας) όσο και λόγω των συνεπειών της. Ο νομοθέτης επιδιώκει να περιορίσει τις ανατρεπτικές συνέπειες μιας ακύρωσης, όταν αυτές είναι δυσανάλογες. Στις περιπτώσεις άκυρης ή ακυρώσιμης απόφασης, το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει την ακυρότητα της συγχώνευσης. Αυτό ισχύει όταν κρίνει ότι η ακύρωση είναι δυσανάλογη σε σχέση με το διαπιστωμένο ελάττωμα. Τότε, ο αιτών διατηρεί αξίωση αποζημίωσης κατά της απορροφώσας για τη ζημία του. Η λύση αυτή απαιτεί προσεκτική στάθμιση από τους δικαστές, τις διοικήσεις και τους εμπλεκόμενους νομικούς (και όχι μόνον) συμβούλους.
Σημαντικό είναι, επίσης, ότι η διαπίστωση ελαττώματος στη διαδικασία ή στην απόφαση του αρμόδιου εταιρικού οργάνου που ενέκρινε τη συγχώνευση δεν οδηγεί πάντοτε σε ακύρωση. Αν το ελάττωμα θεραπευθεί εγκαίρως ή αν η ακύρωση κριθεί δυσανάλογη, το δικαστήριο μπορεί να αποφύγει την ανατροπή του μετασχηματισμού. Μπορεί, παράλληλα, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων που τίθενται σε διακινδύνευση. Η παράμετρος αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία: μεταφέρει το βάρος από την απλή επίκληση της πλημμέλειας στην έγκαιρη, τεκμηριωμένη και αποτελεσματική διαχείρισή της.
(β) Η τελεσιδικία της ακυρωτικής απόφασης
Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα αναπτύσσει τα αποτελέσματά της από τον χρόνο τελεσιδικίας της. Δεν αρκεί η έκδοση οριστικής απόφασης. Η διαφοροποίηση αυτή από το γενικό κανόνα (αρ. 20 §6), δικαιολογείται από τις συνέπειες της ανατροπής ενός ήδη ολοκληρωμένου μετασχηματισμού. Αποτρέπει την αβεβαιότητα που θα δημιουργούσε πιθανή εξαφάνιση της ακυρωτικής απόφασης στον δεύτερο βαθμό. Μέχρι την τελεσιδικία, οι εμπλεκόμενοι πρέπει να χειρίζονται με προσοχή νέες πράξεις/συναλλαγές, ενημέρωση τρίτων και εσωτερική εταιρική λειτουργία.
(γ) Η δημοσίευση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ.
Στο Γ.Ε.ΜΗ. δημοσιεύονται τόσο η αίτηση ακύρωσης όσο και η τελεσίδικη απόφαση που την κηρύσσει. Η δημοσίευση υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και την ενημέρωση των τρίτων. Έχει δηλωτικό χαρακτήρα αλλά και ουσιαστική-πρακτική σημασία. Δημοσιεύεται μόνο η απόφαση που δέχεται την αίτηση και κηρύσσει την ακύρωση. Η απορριπτική απόφαση δεν υπόκειται σε δημοσιότητα. Από τη δημοσίευση εξαρτώνται περαιτέρω συνέπειες, όπως η προθεσμία άσκησης τριτανακοπής από τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον.
(δ) Η δυνατότητα άσκησης τριτανακοπής
Ο νόμος προβλέπει δυνατότητα άσκησης τριτανακοπής κατά της απόφασης που κηρύσσει την ακύρωση. Δικαιούνται να την ασκήσουν πρόσωπα με έννομο συμφέρον, τα οποία δεν συμμετείχαν στη δίκη. Το ίδιο ισχύει όταν δεν κατέστησαν διάδικοι μέσω κλήτευσης ή παρέμβασης. Η τριτανακοπή ασκείται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προθεσμία αυτή απαιτεί στενή παρακολούθηση των δημοσιεύσεων από τους ενδιαφερόμενους τρίτους.
Η πρακτική σημασία της τριτανακοπής είναι, πάντως, περιορισμένη. Τα πρόσωπα που δεσμεύονται από το δεδικασμένο μπορούν να την ασκήσουν μόνο υπό ειδικές προϋποθέσεις (αρ. 586§2 ΚΠολΔ). Απαιτείται, ιδίως, δόλος ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων. Αντίθετα, δεν γίνεται δεκτή η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης (κατ’ αρ. 758 ΚΠολΔ). Η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Επηρεάζει άμεσα τη στρατηγική όσων δεν συμμετείχαν στην αρχική δίκη αλλά θίγονται από το αποτέλεσμά της.
Η εξέταση των ελαττωμάτων της εταιρικής απόφασης
Η σύνδεση της ακύρωσης της συγχώνευσης με ελαττώματα των εταιρικών αποφάσεων συνιστά κρίσιμο ζήτημα. Πρέπει να διευκρινιστεί αν απαιτείται προηγούμενη δικαστική κρίση αναφορικά με το εκάστοτε συγκεκριμένο ελάττωμα της εταιρικής απόφασης. Το ερώτημα αφορά, ιδίως, τις περιπτώσεις ακυρωσίας. Έχει πρακτική σημασία, επειδή επηρεάζει χρόνο, κόστος, στρατηγική και κίνδυνο περισσότερων-παράλληλων δικών.
Παρότι το ζήτημα δεν ρυθμίζεται ρητά, ορθότερη φαίνεται η λύση του ενιαίου ελέγχου. Το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση ακύρωσης πρέπει να εξετάζει και το προβαλλόμενο ελάττωμα της εταιρικής απόφασης. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν πρόκειται για ακυρωσία. Δεν είναι λογικό να απαιτείται προηγούμενη αυτοτελής δικαστική κρίση με βάση τις νομοθετικές ρυθμίσεις για τις ελαττωματικές εταιρικές αποφάσεις. Η προσέγγιση αυτή σαφώς υπηρετεί την αποτελεσματικότητα, αποφεύγει περισσότερες-παράλληλες διαδικασίες και μειώνει τον κίνδυνο αντιφατικών αποφάσεων.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προσβολή της εταιρικής απόφασης πριν από τη συντέλεση της συγχώνευσης δεν αποκλείεται. Μετά τη συντέλεσή της, όμως, ο έλεγχος των ελαττωμάτων μεταφέρεται στο ειδικό σύστημα της ακύρωσης της συγχώνευσης. Η αυτοτελής δίκη για την ακύρωση της εταιρικής απόφασης δεν εμφανίζεται πλέον ως πρόσφορο μέσο προστασίας. Για τους ενδιαφερόμενους, η χρονική στιγμή αντίδρασης αποδεικνύεται καθοριστική. Καθορίζει τη διαθέσιμη διαδικασία, το αντικείμενο της δίκης και τις πιθανές συνέπειες.
Η διαδικασία ακύρωσης της συγχώνευσης αναδεικνύει πως το δικονομικό πλαίσιο δεν αξιολογείται ως (ούτε συνιστά) δευτερεύον ζήτημα. Η προθεσμία, η νομιμοποίηση, η κλήτευση, η δημοσιότητα και η επιλογή της ορθής δικαστικής οδού καθορίζουν όχι μόνον την ταχύτητα αλλά και (ιδίως) την αποτελεσματικότητα της προστασίας. Για τις διοικήσεις και τους συμβούλους, η κρίσιμη υποχρέωση είναι διπλή. Αφενός, να προλαμβάνουν πλημμέλειες στην διαδικασία της συγχώνευσης, στη λήψη των αποφάσεων και στον σχετικό φάκελο που δημιουργείται. Αφετέρου, να αντιδρούν άμεσα όταν ανακύπτει αμφισβήτηση. Η απόκλιση από όσα ο νόμος επιβάλλει (είτε σε ουσιαστικό είτε/και σε δικονομικό επίπεδο) είναι δυνατό να οδηγήσει σε απώλεια δικαιωμάτων, καθυστερήσεις και επαύξηση του κόστους. Μπορεί, επίσης, να επηρεάσει την ασφάλεια των συναλλαγών, τη θέση και αξιώσεις των τρίτων. Στο επόμενο άρθρο της σειράς θα εξετάσουμε ένα κρίσιμο, πράγματι, ζήτημα: την προστασία των εταίρων και των μετόχων όταν η σχέση ανταλλαγής αποδεικνύεται εσφαλμένη.-
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).