Συγχώνευση: Η ευθύνη των μελών της διοίκησης και των εμπειρογνωμόνων
(άρ. 19 του ν. 4601/2019)
Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας εξετάσαμε τα αποτελέσματα που επέρχονται με την ολοκλήρωση της συγχώνευσης. Η ευθύνη διοίκησης και εμπειρογνωμόνων στη συγχώνευση ενεργοποιείται όταν πράξεις ή παραλείψεις κατά την προετοιμασία και την υλοποίησή της προκαλούν ζημία στους μετόχους ή εταίρους. Εστιάζουμε, εδώ, στην αστική ευθύνη από πράξεις ή παραλείψεις κατά την προετοιμασία και υλοποίησή της. Η συγχώνευση εταιρειών αποτελεί σύνθετη διαδικασία, με αυξημένες απαιτήσεις επιμέλειας, πληροφόρησης και τεκμηρίωσης. Τα μέλη της διοίκησης των συμμετεχουσών εταιρειών και οι εμπειρογνώμονες έχουν καθοριστικό ρόλο. Οι αποφάσεις, παραλείψεις και εκθέσεις τους επηρεάζουν την πορεία του μετασχηματισμού και τα συμφέροντα των μετόχων ή εταίρων. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος θεσπίζει ειδικό πλαίσιο αστικής ευθύνης. Το πλαίσιο αυτό ενεργοποιείται όταν παραβιάζονται καθήκοντα που ο νόμος αναθέτει στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Σκοπός
Η διάταξη συνδέεται με την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των μετόχων και εταίρων κατά τη διαδικασία της συγχώνευσης. Κατά την προετοιμασία και ολοκλήρωσή της, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ασκούν καθήκοντα με ουσιώδη οικονομική σημασία. Η πλημμελής άσκησή τους μπορεί να αλλοιώσει την αξία της συμμετοχής ή τους όρους του μετασχηματισμού. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος αναγνωρίζει στους θιγόμενους δικαίωμα αποζημίωσης κατά των υπαίτιων προσώπων.
Η ανάγκη αυτή γίνεται εντονότερη μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης. Η απορροφώμενη εταιρεία παύει να υφίσταται ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο, χωρίς να ακολουθεί εκκαθάριση. Έτσι, η αναζήτηση ευθύνης για παραβάσεις της διαδικασίας δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξή της. Η αξίωση αποζημίωσης στρέφεται απευθείας κατά των προσώπων που ενήργησαν πλημμελώς ή παρέλειψαν κρίσιμες ενέργειες.
Παράλληλα, η ρύθμιση υπηρετεί τη σταθερότητα των εταιρικών μετασχηματισμών και την ασφάλεια των συναλλαγών. Αντί να ανατρέπεται μια ολοκληρωμένη συγχώνευση, προκρίνεται η αποζημιωτική προστασία των θιγόμενων προσώπων. Η επιλογή αυτή περιορίζει τον συναλλακτικό κίνδυνο, αλλά δεν αποδυναμώνει την ευθύνη διοικήσεων και εμπειρογνωμόνων. Αντιθέτως, καθιστά κρίσιμη την προληπτική τεκμηρίωση κάθε ουσιώδους επιλογής.
Προϋποθέσεις: Πότε θεμελιώνεται ευθύνη διοίκησης και εμπειρογνωμόνων στη συγχώνευση
Η ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί σε βάρος μελών διοίκησης και εμπειρογνωμόνων. Αφορά πρόσωπα που συμμετέχουν ουσιαστικά στην προετοιμασία, αξιολόγηση ή υλοποίηση της συγχώνευσης. Η ευθύνη έχει αδικοπρακτικό χαρακτήρα. Απαιτούνται παράνομη πράξη ή παράλειψη, υπαιτιότητα, ζημία και αιτιώδης σύνδεσμος. Για την πράξη ή παράλειψη κρίνεται αν παραβιάστηκε συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας, ενημέρωσης ή ελέγχου. Για τη ζημία εξετάζεται αν υπήρξε άμεση περιουσιακή βλάβη των μετόχων ή εταίρων.
Υπαίτια πράξη ή παράλειψη
Για τα μέλη διοίκησης, η παράβαση μπορεί να αφορά οποιοδήποτε κρίσιμο στάδιο της συγχώνευσης. Ενδεικτικά, καλύπτει τις διαπραγματεύσεις, το due diligence, τη σύνταξη εγγράφων και την ενημέρωση των εταίρων. Καλύπτει, επίσης, την ορθή ολοκλήρωση των διαδικαστικών πράξεων και τη συμμόρφωση με τις απαιτούμενες δημοσιότητες. Σημείο προσοχής αποτελεί η τεκμηρίωση των αποφάσεων. Η έλλειψη επαρκούς φακέλου δυσχεραίνει την άμυνα των διοικούντων, ιδίως όταν αμφισβητηθεί η σχέση ανταλλαγής ή η πληροφόρηση.
Για τους εμπειρογνώμονες, η ευθύνη συνδέεται με την πλημμελή εκτέλεση της αποστολής τους. Ιδίως αφορά την εξέταση του σχεδίου, τη σύνταξη της έκθεσης και την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων. Κρίσιμη είναι και η αξιολόγηση του δίκαιου και εύλογου χαρακτήρα της σχέσης ανταλλαγής. Απόκλιση από επαγγελματικά πρότυπα, ανεπαρκής έλεγχος δεδομένων ή ατεκμηρίωτα συμπεράσματα μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη.
Υπαιτιότητα
Η ευθύνη μπορεί να γεννηθεί ακόμη και από ελαφρά αμέλεια. Η εκτίμηση της υπαιτιότητας γίνεται με βάση τις πληροφορίες που διέθετε κάθε πρόσωπο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Συνεκτιμώνται η επιμέλεια που επέδειξε, η ειδική ιδιότητά του και οι συνθήκες υλοποίησης της συγχώνευσης. Για διοικήσεις και συμβούλους, κρίσιμο είναι να προκύπτει σαφής διαδρομή λήψης αποφάσεων. Χωρίς αυτήν, κάθε μεταγενέστερη αμφισβήτηση μπορεί να αποκτήσει αυξημένο αποδεικτικό βάρος.
Λόγω του αδικοπρακτικού χαρακτήρα της ευθύνης, το βάρος απόδειξης φέρουν, κατ’ αρχήν, οι ενάγοντες μέτοχοι ή εταίροι. Οφείλουν να αποδείξουν την παράβαση, την υπαιτιότητα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο.
Η γενική συνέλευση ή η συνέλευση των εταίρων μπορεί να έχει εγκρίνει τη συγχώνευση. Η έγκριση αυτή δεν απαλλάσσει τα μέλη διοίκησης ή τους εμπειρογνώμονες από την ευθύνη τους. Η προηγούμενη γνώση του θιγόμενου, η συναίνεσή του ή η συμμετοχή του στη διοίκηση συνεκτιμώνται κατά περίπτωση.
Ζημία και αιτιώδης σύνδεσμος
Η θεμελίωση ευθύνης απαιτεί πραγματική περιουσιακή ζημία. Δεν αρκεί μια τυπική απόκλιση από τη νόμιμη διαδικασία, εφόσον δεν προκάλεσε αποδεικτή βλάβη. Η βλάβη πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά. Οι μέτοχοι ή εταίροι οφείλουν να δείξουν ότι η ζημία τους αποτελεί άμεση συνέπεια της συγκεκριμένης παράβασης.
Κατά γενικό κανόνα, αξιώνεται αποζημίωση μόνο για άμεση ζημία των ίδιων των μετόχων ή εταίρων. Δεν αρκεί ζημία που αντανακλάται απλώς στην εταιρική περιουσία. Στη συγχώνευση, τέτοια άμεση ζημία μπορεί να εμφανιστεί στη συμμετοχή που αποκτούν στην προκύπτουσα εταιρεία. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο εσφαλμένος καθορισμός της σχέσης ανταλλαγής. Τότε, οι θιγόμενοι μπορεί να λάβουν συμμετοχικά δικαιώματα μικρότερης αξίας από τα οφειλόμενα.
Η αποζημίωση αποσκοπεί στην κάλυψη της διαφοράς αξίας. Προϋποθέτει, όμως, απόδειξη ότι η πλημμέλεια των υπευθύνων οδήγησε στη συγκεκριμένη οικονομική απώλεια. Η ευθύνη έχει χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να περιοριστεί εκ των προτέρων με συμφωνίες απαλλαγής. Λειτουργεί, επίσης, συμπληρωματικά προς άλλα καθεστώτα ευθύνης της έννομης τάξης.
Δικονομικά ζητήματα
Αρμοδιότητα
Ως προς την αρμοδιότητα, η σχετική ρύθμιση διαφοροποιείται από τον γενικό κανόνα για τις διαφορές του νόμου. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση τις γενικές δικονομικές διατάξεις. Παράλληλα, δεν αποκλείεται η προσφυγή σε διαιτησία ή διαμεσολάβηση, όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Για την κατά τόπον αρμοδιότητα λαμβάνεται υπόψη η έδρα οποιασδήποτε εταιρείας συμμετείχε στη συγχώνευση. Η επιλογή της έχει πρακτική σημασία όσον αφορά το κόστος, το χρόνο και την αποδεικτική στρατηγική. Για συμβούλους και διοικήσεις, το ζήτημα πρέπει να αξιολογείται πριν από την έναρξη αντιδικίας.
Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
Δικαίωμα άσκησης αγωγής έχουν οι μέτοχοι ή εταίροι που υπέστησαν ζημία από τη συγχώνευση. Κατά των διοικούντων της απορροφώμενης ή του εμπειρογνώμονα που ορίστηκε μπορούν να στραφούν οι μέτοχοι ή εταίροι της. Προϋπόθεση είναι να είχαν την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της συγχώνευσης. Αντίστοιχα, οι μέτοχοι ή εταίροι της απορροφώσας μπορούν να στραφούν κατά των δικών της διοικούντων ή εμπειρογνωμόνων.
Εναγόμενοι μπορεί να είναι όσοι είχαν την ιδιότητα μέλους διοίκησης κατά την προετοιμασία και υλοποίηση της συγχώνευσης. Εναγόμενοι μπορεί να είναι και οι εμπειρογνώμονες που συμμετείχαν στη διαδικασία. Αν περισσότερα πρόσωπα συνέβαλαν στη ζημιογόνο συμπεριφορά, η ευθύνη τους μπορεί να είναι εις ολόκληρον. Η πρακτική συνέπεια είναι σημαντική: κάθε συνυπεύθυνος μπορεί να κληθεί να καλύψει το σύνολο της ζημίας.
Ο θεσμός του ειδικού εκπροσώπου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο θεσμός του ειδικού εκπροσώπου. Μέσω αυτού παρέχεται δυνατότητα άσκησης των αξιώσεων αποζημίωσης μέσω προσώπου που διορίζεται από το δικαστήριο. Απαιτείται αίτηση των ενδιαφερόμενων μετόχων ή εταίρων και πιθανολόγηση της αξίωσης. Ο διορισμός γίνεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ο θεσμός διευκολύνει τη συγκέντρωση ομοειδών αξιώσεων και περιορίζει τον κατακερματισμό της αντιδικίας.
Μετά τον διορισμό, οι δικαιούχοι παύουν να νομιμοποιούνται να ασκήσουν ατομικά τις σχετικές αξιώσεις. Η απόφαση διορισμού δημοσιεύεται με τρόπο που επιτρέπει ενημέρωση των λοιπών μετόχων ή εταίρων. Ο ειδικός εκπρόσωπος τους καλεί να δηλώσουν αν επιθυμούν να εκπροσωπηθούν από αυτόν. Η προθεσμία δήλωσης είναι έξι μήνες. Κατά τη διάρκειά της αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων των ενδιαφερομένων.
Ο ειδικός εκπρόσωπος ασκεί τις αξιώσεις στο δικό του όνομα, αλλά για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων. Οφείλει να διαχειρίζεται την υπόθεση με επιμέλεια και ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, υποχρεούται να λογοδοτήσει στους εκπροσωπούμενους. Οι αποζημιώσεις κατανέμονται ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής κάθε δικαιούχου. Η αμοιβή του καθορίζεται εκ των προτέρων και βαρύνει αναλογικά τους εκπροσωπούμενους.
Η ευθύνη στη συγχώνευση δεν είναι θεωρητικό ενδεχόμενο. Λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου της ποιότητας των αποφάσεων, των αποτιμήσεων και της πληροφόρησης. Για τα μέλη διοίκησης, κρίσιμη είναι η έγκαιρη οργάνωση φακέλου, η τεκμηρίωση των επιλογών και η πιστή τήρηση της διαδικασίας. Για τους εμπειρογνώμονες, κρίσιμη είναι η ανεξαρτησία, η μεθοδολογική επάρκεια και η σαφήνεια της έκθεσης. Η απόκλιση από τις νόμιμες υποχρεώσεις μπορεί να οδηγήσει σε αποζημιωτικές αξιώσεις, ατομικές ή μέσω ειδικού εκπροσώπου. Μπορεί, επίσης, να δημιουργήσει κόστος, καθυστέρηση και σοβαρή αμφισβήτηση του μετασχηματισμού. Επομένως, η προετοιμασία της συγχώνευσης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διαδικασία ευθύνης και όχι ως τυπική αλληλουχία εγγράφων. Στο επόμενο άρθρο της σειράς θα εξετάσουμε το ζήτημα της ακυρότητας της συγχώνευσης και τα όριά της.-
Managing Partner
Koumentakis and Associates Law Firm
Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).