Ακύρωση συγχώνευσης: Λόγοι & αποτελέσματα

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας εξετάσαμε την ευθύνη των μελών της διοίκησης και των εμπειρογνωμόνων για πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται με την προετοιμασία και την υλοποίηση της συγχώνευσης. Η ευθύνη, ωστόσο, των προσώπων που συμμετέχουν στη διαδικασία της συγχώνευσης δεν αποτελεί τη μοναδική συνέπεια των πλημμελειών που ενδέχεται να εμφανιστούν κατά την υλοποίησή της. Έτσι, το άρθρο 20 του ν. 4601/2019 προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα δικαστικής ακύρωσης της συγχώνευσης. Η δυνατότητα αυτή παραμένει εξαιρετική. Επηρεάζει, όμως, άμεσα διοικήσεις, μετόχους, πιστωτές και συναλλασσομένους. Μπορεί να ανατρέψει οργανωτικές και περιουσιακές μεταβολές που ήδη εφαρμόστηκαν. Εξετάζουμε, εδώ, ποιοι είναι οι λόγοι ακύρωσης συγχώνευσης, τις συνέπειες της ακυρωτικής απόφασης και τις ειδικές ρυθμίσεις προστασίας των τρίτων που έχουν συναλλαχθεί με τις συμμετέχουσες εταιρείες.

Σκοπός

Η σχετική διάταξη του νόμου (άρ. 20 ν. 4601/2019) αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη του κύρους της δημοσιευμένης συγχώνευσης και στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου. Για τον λόγο αυτό, η ακύρωση περιορίζεται σημαντικά, χωρίς να αποκλείεται. Η επιλογή αυτή προστατεύει την εμπιστοσύνη τρίτων και περιορίζει τον κίνδυνο ανατροπής ολοκληρωμένων συναλλαγών. Παράλληλα, δεν αφήνει αθεράπευτες σοβαρές πλημμέλειες. Επιδιώκεται, έτσι, ισορροπία μεταξύ σταθερότητας του μετασχηματισμού και προστασίας όσων θίγονται από ουσιώδεις παραβάσεις. Για διοικήσεις, μετόχους, πιστωτές και συμβούλους, η διάταξη λειτουργεί ως σαφές όριο: δεν ακυρώνεται κάθε απόκλιση, αλλά δεν συγχωρείται κάθε ουσιώδης πλημμέλεια.

Λόγοι ακύρωσης συγχώνευσης

(α) Συντελεσμένη και ανυπόστατη συγχώνευση

Οι λόγοι ακύρωσης της συγχώνευσης αφορούν αποκλειστικά συγχωνεύσεις που έχουν συντελεστεί, δηλαδή έχουν ολοκληρωθεί (κατ’ αρ. 18) με τη δημοσίευση της σύμβασης συγχώνευσης στο Γ.Ε.ΜΗ. της απορροφώσας εταιρείας. Πριν από το σημείο αυτό δεν υπάρχει ακύρωση συντελεσμένης συγχώνευσης. Υπάρχει ζήτημα ανυπόστατου ή μη ολοκληρωμένου μετασχηματισμού. Για τον λόγο αυτό, η διάκριση είναι κρίσιμη για διοικήσεις και συμβούλους. Καθορίζει αν η πλημμέλεια αντιμετωπίζεται προληπτικά, στο στάδιο ελέγχου, ή κατασταλτικά, με αίτημα ακύρωσης. Το υποστατό της συγχώνευσης δεν εξαρτάται πάντως από κάθε επιμέρους προπαρασκευαστική πράξη.

(β) Λόγοι ακύρωσης συγχώνευσης και έκταση εφαρμογής τους

Οι λόγοι ακύρωσης αφορούν κυρίως την απόφαση της κοινής ή ιδιαίτερης συνέλευσης. Η ακύρωση μπορεί να τεθεί όταν η απόφαση δεν ελήφθη, είναι ανυπόστατη ή είναι μεν υποστατή αλλά άκυρη ή ακυρώσιμη. Συνεπώς, το κέντρο βάρους βρίσκεται στη νομιμότητα της εταιρικής βούλησης. Για τους νομικούς συμβούλους, κρίσιμο είναι να ελέγχονται εγκαίρως η σύγκληση, η ενημέρωση, η απαρτία, η πλειοψηφία και το περιεχόμενο της απόφασης.

Καθοριστικής σημασίας είναι αν η επίμαχη πλημμέλεια συνδέεται λειτουργικά με τη διαδικασία λήψης της απόφασης. Πλημμέλειες που αφορούν μόνο την προπαρασκευαστική διαδικασία δεν αρκούν, κατ’ αρχήν, για ακύρωση. Η απόκλιση μπορεί να έχει άλλες συνέπειες, όπως ευθύνη, αποζημίωση ή διοικητικές συνέπειες. Δεν οδηγεί, όμως, αυτομάτως στην ανατροπή μιας ήδη συντελεσμένης συγχώνευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, πτυχές της διαδικασίας που δεν εντάσσονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν θεμελιώνουν, από μόνες τους, ελάττωμα της συγχώνευσης. Ελέγχονται κυρίως στο στάδιο του ελέγχου νομιμότητας (αρ. 17). Αν δεν εντοπιστούν τότε, η μεταγενέστερη ακύρωση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε γενικό μηχανισμό επανελέγχου ολόκληρου του μετασχηματισμού. Αυτό επιβάλλει αυξημένη προσοχή στον αρχικό φάκελο.

Για παράδειγμα, υποχρεώσεις που υπηρετούν την ενημέρωση των μετόχων ή εταίρων (αρ. 7-11) συνδέονται λειτουργικά με τη λήψη της απόφασης. Η μη τήρησή τους μπορεί να θεμελιώσει λόγο ακύρωσης, όταν η παράβαση είναι ουσιώδης. Αντιθέτως, πλημμέλειες που αφορούν αποκλειστικά την προστασία πιστωτών (αρ. 13) δεν συνδέονται πάντα με τη συνέλευση. Συνήθως γεννούν άλλες αξιώσεις ή μέτρα προστασίας, όχι αναγκαστικά ακύρωση.

(γ) Περιπτώσεις που δεν θεμελιώνουν λόγο ακύρωσης

Υπάρχουν, πάντως, περιπτώσεις που δεν θεμελιώνουν ελάττωμα της συντελεσθείσας συγχώνευσης. Η πρώτη αφορά τον εσφαλμένο προσδιορισμό της σχέσης ανταλλαγής. Η συνέπεια δεν είναι η ακύρωση, αλλά αξίωση αποζημίωσης του θιγόμενου μετόχου ή Εταίρου (κατ’ άρ. 21). Η διάκριση έχει μεγάλη πρακτική σημασία. Ο λανθασμένος οικονομικός υπολογισμός μπορεί να δημιουργεί ευθύνη, χωρίς να ανατρέπει συνολικά τον μετασχηματισμό.

Αντίστοιχα, η μεταγενέστερη δικαστική ακύρωση ή ανάκληση διοικητικής εγκριτικής πράξης δεν επηρεάζει το κύρος της συγχώνευσης. Η λύση αυτή προστατεύει την ασφάλεια των συναλλαγών. Διαφορετικά, κάθε μεταγενέστερη διοικητική αμφισβήτηση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει σχέσεις που έχουν ήδη παραχθεί. Για τις διοικήσεις, όμως, η πρακτική συνέπεια παραμένει σαφής: οι εγκρίσεις πρέπει να ελέγχονται προληπτικά και τεκμηριωμένα.

Ίαση των λόγων ακύρωσης και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου

Η διαπίστωση λόγου ακύρωσης δεν οδηγεί αυτομάτως στην ακύρωση. Ο νόμος επιδιώκει, κατά το δυνατόν, τη διατήρηση του κύρους του μετασχηματισμού. Παρέχει, γι’ αυτό, δυνατότητα θεραπείας των πλημμελειών πριν από την έκδοση απόφασης. Η λύση αυτή επιβραβεύει την έγκαιρη διόρθωση και αποτρέπει δυσανάλογες ανατροπές.

Αν το ελάττωμα εξαλειφθεί ή θεραπευθεί έως τη συζήτηση της αίτησης, η συγχώνευση δεν κηρύσσεται άκυρη. Όταν η θεραπεία είναι εφικτή, το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία. Μπορεί, επίσης, να λάβει προσωρινά μέτρα για τη ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων. Για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, η γρήγορη αντίδραση είναι κρίσιμη.

Ακόμη και αν εξακολουθεί να υφίσταται λόγος ακύρωσης, το δικαστήριο δεν υποχρεούται πάντοτε να ακυρώσει τη συγχώνευση. Μπορεί να απορρίψει το αίτημα, αν η ανατροπή του μετασχηματισμού είναι δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του ελαττώματος. Η κρίση αυτή μεταφέρει το βάρος στην πρακτική στάθμιση συνεπειών, όχι σε τυπικό αυτοματισμό.

Κατά τη στάθμιση, λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα της παράβασης και οι συνέπειες για εταιρείες, εταίρους, πιστωτές και τρίτους. Έτσι, μια πλημμέλεια με περιορισμένη επίδραση δεν πρέπει να ανατρέπει δυσανάλογα ένα σύνθετο επιχειρηματικό σχήμα. Αντίθετα, ουσιώδης προσβολή της εταιρικής βούλησης μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση.

Όταν η συγχώνευση διατηρείται παρά το ελάττωμα, ο αιτών μπορεί να διατηρεί αξίωση αποζημίωσης κατά της απορροφώσας εταιρείας. Η αποζημίωση λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός προστασίας. Έτσι, ο θιγόμενος δεν μένει χωρίς έννομη προστασία, αλλά αποφεύγεται η ανατροπή ολόκληρου του μετασχηματισμού.

Τα αποτελέσματα της ακύρωσης

(α) Η αναβίωση των συγχωνευόμενων εταιρειών

Η ακύρωση της συγχώνευσης επιφέρει, καταρχήν, αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της. Οι απορροφώμενες εταιρείες αναβιώνουν στην κατάσταση όπου βρίσκονταν πριν από τη συντέλεση. Αναβιώνουν, μαζί τους, η οργανωτική δομή και τα εταιρικά τους όργανα, κατά το μέτρο που αυτό είναι πρακτικά εφικτό. Η συνέπεια αυτή δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις χειρισμού για διοικήσεις και συμβούλους.

Η αναβίωση μπορεί να δημιουργήσει σύνθετα πρακτικά ζητήματα. Στο ενδιάμεσο διάστημα ενδέχεται να έχουν μεταβιβαστεί συμμετοχές της απορροφώσας που αποκτήθηκαν λόγω της συγχώνευσης. Με την ακύρωση, οι συμμετοχές αυτές καταργούνται αναδρομικά. Ο αποκτήσας μπορεί να παύσει να είναι εταίρος, με συνέπειες στις περαιτέρω μεταβιβάσεις. Ανακύπτουν, τότε, ζητήματα αδυναμίας παροχής, επιστροφών και αποκατάστασης της περιουσιακής κατάστασης.

Πρόσθετο ζήτημα αφορά την κατανομή κερδών και ζημιών που δημιουργήθηκαν μέχρι την ακύρωση. Η κατανομή συνδέεται, καταρχήν, με τη συμμετοχή των εταίρων ή μετόχων στο ενοποιημένο σχήμα. Στην πράξη, όμως, απαιτείται διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων, συμβάσεων και οικονομικών αποτελεσμάτων. Η διαδικασία μπορεί να αποδειχθεί δυσχερής, ιδίως όταν η ενοποιημένη εταιρεία έχει αναπτύξει νέα δραστηριότητα.

(β) Η προστασία των τρίτων και η διατήρηση της ασφάλειας των συναλλαγών

Η ακύρωση παράγει, καταρχήν, αναδρομικά αποτελέσματα. Ωστόσο, οι συναλλαγές της απορροφώσας από τη συντέλεση της συγχώνευσης έως τη δημοσίευση της ακύρωσης παραμένουν ισχυρές. Η εξαίρεση αυτή προστατεύει τους τρίτους που συναλλάχθηκαν καλόπιστα και την ασφάλεια της αγοράς. Χωρίς αυτήν, η ακύρωση θα μπορούσε να παρασύρει μεγάλο αριθμό συμβάσεων.

Παράλληλα, η απορροφώμενη εταιρεία επανέρχεται στη νομική της ύπαρξη και ευθύνεται εις ολόκληρον με την απορροφώσα. Η ευθύνη αφορά τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. Η ρύθμιση ενισχύει την προστασία δανειστών και συναλλασσομένων. Δεν απαιτείται να διερευνηθεί, έναντι τρίτων, από ποια περιουσία προήλθε κάθε υποχρέωση.

Η εσωτερική κατανομή του βάρους μεταξύ των εταιρειών αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Μπορεί να κριθεί με βάση τη σύνδεση της υποχρέωσης με συγκεκριμένη περιουσία. Αν τέτοια σύνδεση δεν υπάρχει, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αναλογία των επιμέρους καθαρών θέσεων κατά τον χρόνο της συγχώνευσης. (Και) για τον λόγο αυτό, ο οικονομικός φάκελος του μετασχηματισμού πρέπει να είναι πλήρης.

Η ακύρωση της συγχώνευσης αποτελεί εξαιρετικό, αλλά κρίσιμο, εργαλείο ελέγχου σοβαρών πλημμελειών. Δεν λειτουργεί ως γενική δεύτερη ευκαιρία επανεξέτασης κάθε διαδικαστικού βήματος. Εστιάζει σε ελαττώματα που συνδέονται με την εταιρική απόφαση και τη νόμιμη διαμόρφωση της σχετικής βούλησης. Για τις διοικήσεις, τα νομικά πρόσωπα και τους συμβούλους, το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η πρόληψη έχει μεγαλύτερη αξία από τη θεραπεία. Απαιτείται πλήρης έλεγχος σύγκλησης οργάνων, ενημέρωσης, αποφάσεων, δημοσιότητας και εγκρίσεων. Απαιτείται, επίσης, φάκελος που επιτρέπει να αποδειχθεί γιατί κάθε κρίσιμη επιλογή ήταν νόμιμη και εύλογη. Η απόκλιση από τα απαιτούμενα μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση, αποζημιώσεις, κόστος, καθυστερήσεις και αμφισβήτηση συναλλαγών. Στο επόμενο άρθρο της σειράς θα εξετάσουμε την αποζημίωση λόγω εσφαλμένης σχέσης ανταλλαγής και τη λειτουργία της ως εναλλακτικής προστασίας των θιγόμενων εταίρων ή μετόχων.-

Σταύρος Κουμεντάκης

Managing Partner

Koumentakis and Associates Law Firm

Σημ.: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).