Συναλλαγές με χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής

Συναλλαγές με χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής

Διενέργεια συναλλαγών με χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής: η νομική σημασία της

Το νομοθετικό πλαίσιο για την ηλεκτρονική υπογραφή

Η ηλεκτρονική υπογραφή είναι ένα μαθηματικό σύστημα ηλεκτρονικών δεδομένων, που χρησιμοποιείται για την απόδειξη της γνησιότητας ενός μηνύματος ή εγγράφου.

Η έννοια της ηλεκτρονικής υπογραφής εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 150/2001, το οποίο ενσωμάτωσε την Οδηγία 1999/93/ΕΚ. Η τελευταία έθεσε το νομικό πλαίσιο για τη χρήση και νομική ισχύ της ηλεκτρονικής υπογραφής. Η Οδηγία αυτή καταργήθηκε με τον  Κανονισμό 910/2014 («eIDAS Regulation»), ο οποίος ρυθμίζει, και στη χώρα μας, τα ζητήματα της ηλεκτρονικής υπογραφής.

 

Διακρίσεις της ηλεκτρονικής υπογραφής

Ο Κανονισμός εισάγει – μεταξύ άλλων, νέων, ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές – τη διάκριση μεταξύ «ηλεκτρονικής υπογραφής», «προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής» και της (για πρώτη φορά θεσπιζόμενης) «εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής». Η τελευταία είναι αυτή, που βασίζεται σε εγκεκριμένο πιστοποιητικό ηλεκτρονικής υπογραφής. Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται (μοναδικά για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μόνο από τους Εγκεκριμένους Παρόχους Υπηρεσιών Εμπιστοσύνης, οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιοι από τον αρμόδιο εποπτικό φορέα (τέτοιος φορέας είναι για τη χώρα μας η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων).

Στην ευρεία έννοια της ηλεκτρονικής υπογραφής, εντάσσεται και η «ψηφιοποιημένη υπογραφή», δηλαδή η ψηφιακή εικόνα της ιδιόχειρης υπογραφής. Η τελευταία χορηγείται, συνήθως, με τη χρήση ειδικής γραφίδας σε ταμπλέτας (pad). Με τη γραφίδα ο υπογράφων αποτυπώνει («ζωγραφίζει») την εικόνα της υπογραφής του. Η «ψηφιοποιημένη υπογραφή» είναι ευρύτατα διαδεδομένη στις τραπεζικές συναλλαγές (γνωστή ως e–signature).

Διάφορες ηλεκτρονικές εφαρμογές παρέχουν (ήδη) στους συναλλασσόμενους τη δυνατότητα να θέτουν στα ηλεκτρονικά έγγραφα την «ψηφιοποιημένη υπογραφή» τους.

 

Η νομική ισχύς και σημασία της ηλεκτρονικής υπογραφής

Σύμφωνα με τον παραπάνω Κανονισμό η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή έχει νομική ισχύ ισοδύναμη με την ιδιόχειρη. Παράλληλα όμως διατηρείται η νομική ισχύς και το παραδεκτό της ηλεκτρονικής υπογραφής ως αποδεικτικού στοιχείου σε νομικές διαδικασίες. Κι αυτό παρά το γεγονός, ότι η (απλή) ηλεκτρονική υπογραφή δεν πληροί τις απαιτήσεις της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής.

Οι παραπάνω νομοθετικές προβλέψεις έχουν ιδιαίτερη νομική σημασία: Εκείνος που υπογράφει με εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις έννομες συνέπειες της υπογραφής του. Κάθε άλλη ηλεκτρονική υπογραφή παράγει – καταρχήν – τις έννομες συνέπειες της ιδιόχειρης. Επιτρέπεται, όμως, η ανταπόδειξη εκ μέρους του υπογράφοντος, ότι δηλαδή, η συγκεκριμένη υπογραφή δεν έχει τεθεί από τον ίδιο και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτή.

Η διαφοροποίηση στην αξιοπιστία και συνακόλουθα τη νομική «βαρύτητα» των ανωτέρω υπογραφών προκύπτει και από την ελληνική νομοθεσία: Οι φορείς του Δημοσίου υποχρεούνται να χρησιμοποιούν αποκλειστικά εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, ενώ μόνο με αυτή είναι δυνατή η συμμετοχή σε δημόσιο ηλεκτρονικό διαγωνισμό.

 

Να επιλέγουμε, τελικά, τη χρήση της;

Στο πλαίσιο των διαρκώς αυξανόμενων ηλεκτρονικών συναλλαγών η χρήση κάθε είδους ηλεκτρονικής υπογραφής παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η ταχύτητα στην ολοκλήρωση μιας συναλλαγής, το μειωμένο κόστος, η προστασία του περιβάλλοντος είναι κάποια από αυτά. Η διασφάλιση της αξιοπιστίας της εξαρτάται, φυσικά, από τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται κάθε φορά.

Οι επιχειρήσεις είναι σημαντικό να αποκτήσουν πλήρη εικόνα για τα επιμέρους είδη ηλεκτρονικής υπογραφής και τις συνέπειες από τη χρήση τους. Ο συγκεκριμένος δρόμος μοιάζει να είναι ασφαλέστερος για τα συμφέροντά τους στο συναλλακτικά διαρκώς εξελισσόμενο περιβάλλον.

 

Ευδοκία Βακαλοπούλου
Senior Associate

Υ.Γ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στις 25 Νοεμβρίου 2018

0

Δείτε επίσης